Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ ΛΟΧΙΑ



ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


Την στιγμή που ο κάματος από την πολύμηνη αντίσταση κατά των δυνάμεων του Άξονα είχε λυγίσει τις βρετανικές ελπίδες και καθώς οι ρωσικές μεραρχίες έβρισκαν δύσκολα, ανάμεσα στους χιλιάδες νεκρούς, τον δρόμο τους προς την Δύση, ο αφυπνισμένος υπερατλαντικός "γίγαντας" έσπευσε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στη φοβερή Βέρμαχτ.


Όταν τον Δεκέμβριο του 1941 ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Φραγκλίνος Ρούσβελτ, χαρακτήριζε την ανάμιξη της χώρας του στον πόλεμο ως την "μεγαλύτερη πρόκληση για την ίδια την ζωή, την ελευθερία και τον πολιτισμό", σαφώς γνώριζε πως είχε σημάνει η ώρα των θυσιών. Ο φρενήρης αγώνας δρόμου, στον οποίο είχαν επιδοθεί οι Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ από το 1939, όταν την ηγεσία τους ανέλαβε ο ικανότατος στρατηγός Μάρσαλ (George C. Marshall), έμπαινε πλέον σε νέα τροχιά. Η αξιοθαύμαστη επέκταση του στρατεύματος από 130.000 σε 8,3 εκατομμύρια μάχιμους άνδρες ήταν στην κυριολεξία ένα θαύμα, που επισκίαζε ακόμη και την θεαματική ανάπτυξη του Κόκκινου Στρατού. Στην άλλη άκρη της γης, στον μαινόμενο Ειρηνικό Ωκεανό, το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό και η Αεροπορία είχαν τον πρώτο λόγο. Εκεί, η ανυποψίαστη Ιαπωνία έπρεπε να αντιμετωπίσει μια άρτια μηχανή πολέμου που παρήγαγε αεροπλανοφόρα και αεροσκάφη σε απίστευτους ρυθμούς. Το 1943 ήταν η σειρά του Πεζικού, του Πυροβολικού και των Τεθωρακισμένων να αποδείξουν έμπρακτα την μαχητικότητά τους στα αιματοβαμμένα πεδία των μαχών της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης.

Το στοίχημα ήταν βαρύ. Εκτός από τις περιπτώσεις της 1ης και 9ης Μεραρχίας Πεζικού, της 82ης Αερομεταφερόμενης και της 2ης Τ/Θ Μεραρχίας, ο Αμερικανικός Στρατός που εισέβαλε στην Ευρώπη δεν είχε εμπλακεί σε κάποια μάχη. Οι άνδρες που στελέχωσαν το εκστρατευτικό σώμα για την δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μετώπου είχαν κατά μέσο όρο ηλικία 25 ετών, άριστη φυσική κατάσταση, τίτλο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (κατά 50%) και τριτοβάθμιας (κατά 10%), αλλά καθόλου πολεμική εμπειρία. Πέρα από την κυνική θετικότητα του γεγονότος ότι ένας "άκαπνος" μαχητής είναι πρόθυμος να διακινδυνεύσει περισσότερο από έναν βετεράνο, λόγω της άγνοιας του κινδύνου και του ενθουσιασμού που κυριαρχεί σε βάρος της λογικής, η απειρία του στρατεύματος απασχόλησε σοβαρά την ανώτατη διοίκηση.


Ο στρατηγός Μάρσαλ ανέλαβε την αρχηγία του Αμερικανικού Γενικού Επιτελείου την 1η Σεπτεμβρίου 1939, την ημέρα που θεωρείται ως έναρξη του Β΄ΠΠ, και παρέμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου. Αποστρατεύτηκε τον Νοέμβριο του 1945.


Απέναντί τους οι Αμερικανοί βρήκαν σκληροτράχηλους Γερμανούς, που ήδη συμπλήρωναν 4 έτη πλήρους συμμετοχής σε μάχες, καλά δοκιμασμένους σε μια πλούσια ποικιλία όπλων και εξοικειωμένους με μέτωπα που παρουσίαζαν μια πληθώρα διαφορετικών κλιματολογικών και εδαφολογικών συνθηκών. Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι καθοριστικοί μόνο του είδους των πολεμικών επιχειρήσεων που θα επιλεγούν και του τρόπου εφαρμογής τους, αλλά και των χρονοδιαγραμμάτων που θα πρέπει να τηρηθούν σε μια εκστρατεία, της οργάνωσης της επιμελητείας και της αμυντικής προπαρασκευής. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Γερμανοί επέδειξαν πολύ περισσότερες ικανότητες κατά την διάρκεια του αμυντικού τους αγώνα, όταν πια η πατρίδα τους βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, παρά κατά την περίοδο της επιθετικής τους ακμής. Τους τελευταίους μήνες του πολέμου ελάχιστοι πολεμιστές της Wehrmacht πίστευαν στην τελική νίκη της Γερμανίας, ακόμη και οι αμετανόητοι όμως δεν εμφορούνταν από τον φανατισμό των πρώτων νικηφόρων ετών. Ωστόσο, οι "Ούννοι", όπως οι Σύμμαχοι αρέσκονταν να τους αποκαλούν, πολέμησαν μέχρι το τελευταίο φυσίγγιο με υποδειγματική γενναιότητα και επιμονή.



“Οι εννέα στους δέκα στρατιώτες δεν έχουν διάθεση να πολεμήσουν, δεν κατανοούν τι σημαίνει πόλεμος και αδρανούν εφόσον δεν διαταχθούν για κάτι συγκεκριμένο.”

λοχαγός Γουίλιαμ Ντιπί Διοικητής του Λόχου Α του 357ου Τάγματος Πεζικού


Η ανάμιξη της Αμερικής στον πόλεμο ήρθε ως αποτέλεσμα του αναπάντεχου εκβιασμού της 7ης Δεκεμβρίου 1941: βομβαρδίζοντας τον αμερικανικό στόλο στο Πέρλ Χάρμπορ, οι Ιάπωνες ουσιαστικά συνέδραμαν τις πολύμηνες προσπάθειες του Ρούσβελτ να αφυπνίσει την κοινή γνώμη της χώρας του. Η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο ανατάραξε τους συσχετισμούς και τις ισορροπίες δυνάμεων σε βάρος των Γερμανών. Ωστόσο, ο "περίπατος" που οι Αμερικανοί περίμεναν να κάνουν στα ευρωπαϊκά εδάφη έμελλε να βαφτεί με το αίμα χιλιάδων γενναίων ή μη ανδρών και να κοστίσει τέσσερις φορές περισσότερο από τον πιο σπάταλο προϋπολογισμό. Πόσο άραγε είχε βιαστεί ο Ουίνστον Τσώρτσιλ ανακράζοντας ενθουσιωδώς το περίφημο "επιτέλους νικήσαμε!" στο άκουσμα της τραγωδίας του Περλ Χάρμπορ;

ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ

Η απρόσμενα γρήγορη ήττα της Γαλλίας to 1940 σαφώς θορύβησε το Αμερικανικό Υπουργείο Πολέμου (War Department). Στις 26 Ιουλίου εκείνης της χρονιάς, στον απόηχο των γερμανικών πυροβόλων που λύγισαν τελικά την γαλλική άμυνα, η κυβέρνηση Ρούσβελτ αποφάσισε να αναδιοργανώσει το Γενικό Επιτελείο Ενόπλων Δυνάμεων και να υιοθετήσει ένα εντατικό και απαιτητικό προπαρασκευαστικό πρόγραμμα παρόμοιο με αυτό του Πεζικού για όλους τους νεοσύλλεκτους, ανεξάρτητα από το όπλο ή την υπηρεσία στα οποία τελικά θα υπηρετούσαν. Στόχος της βασικής αυτής εκπαίδευσης ήταν η εξοικείωση των ανδρών με τις συνθήκες πραγματικού πολέμου, την χρήση των όπλων και την απόκτηση της απαραίτητης φυσικής αντοχής, ώστε να μπορέσουν στο άμεσο μέλλον να αντεπεξέλθουν των προκλήσεων που θα συναντούσαν στο ευρωπαϊκό θέατρο των επιχειρήσεων.

Την άμεση εποπτεία του προγράμματος ανέλαβε ο στρατηγός ΜακΝέρ (Lesley James McNair), που από τον Απρίλιο του 1939 έως τον Ιούλιο του 1940 ήταν διοικητής της Σχολής Επιτελών (Command and General Staff College) στο Κάνσας. Τον Μάρτιο του 1942 τοποθετήθηκε στην θέση του αρχηγού Δυνάμεων Ξηράς (Army Ground Forces - AGF), με κύρια αποστολή την οργάνωση, ανάπτυξη και εκπαίδευση του Πεζικού, ώστε σε συνδυασμό με τα άλλα επίγεια όπλα να αποτελέσει την καρδιά της αμερικανικής πολεμικής μηχανής. Οι μέθοδοί του έμειναν παροιμιώδεις: χρήση πραγματικών πυρών κατά την εξάσκηση, εξομοίωση συνθηκών διαφόρων μετώπων, εξαντλητική ανάλυση του κορμού και των ρόλων των μεραρχιών και των συστατικών μερών τους κ.ά. Ουσιαστικά οι τακτικές μάχες και ο τρόπος που οι Αμερικανοί πολέμησαν στην Ευρώπη το 1943 - 1945 φέρουν την ανεξίτηλη σφραγίδα του άξιου αυτού άνδρα με την τραγική τύχη. Χωρίς ποτέ να του δοθεί η διοίκηση μιας μάχιμης μονάδας στην πρώτη γραμμή, παρά τις επιδιώξεις του, ο ΜακΝέρ πέθανε στην εμπόλεμη ζώνη στις 25 Ιουλίου του 1944 (πρώτη ημέρα της επιχείρησης Cobra) κοντά στο St. Lo από φίλια πυρά! Ήταν κατά την διάρκεια μιας επιθεώρησης ρουτίνας, όταν τα βομβαρδιστικά της 8ης Αεροπορικής Δύναμης (8th Air Force) έριξαν τις βόμβες τους στα τυφλά εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών. Αποτελεί τραγική ειρωνεία ότι ο γιος του, συνταγματάρχης Ντάγκλας ΜακΝέρ, πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα από την σφαίρα ελεύθερου σκοπευτή στην Guam.



Ο αρχιστράτηγος Αϊζενχάουερ την εποχή που υπηρετούσε ως αρχηγός των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων (1945 - 1948). Αποτελεί ειρωνεία της τύχης ότι ο άνθρωπος που επιλέχθηκε να αναλάβει την αρχιστρατηγία εναντίον των Γερμανών είχε και ο ίδιος, μακρινή έστω, γερμανική καταγωγή! Οι προπάτορές του μετανάστευσαν από το Σάαρ της Γερμανίας στην Πενσυλβάνια της Αμερικής το 1741.


Ο φτωχά εξοπλισμένες Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ, που μέχρι το 1939 αριθμούσαν συνολικά περίπου 200.000 άνδρες, σταδιακά αναπτύχθηκαν σε ένα δυναμικό μηχανοκίνητο και συχνά αερομεταφερόμενο σώμα ικανό να επιχειρεί μακριά από την γεωγραφική του βάση, σε πρωτόγνωρα πολεμικά θέατρα ακραίων κλιματολογικών και εδαφικών συνθηκών, και να εξαπολύει ένα τρομακτικό φάσμα πυρός επιδεικνύοντας μια σπάνια ικανότητα μετακίνησης και ελιγμών. Στα τέλη του 1942 αριθμούσε περισσότερους από 5,4 εκ. ετοιμοπόλεμους άνδρες, από τους οποίους 2 εκ. ανήκαν στον Στρατό Ξηράς.

Τα προβλήματα που το Γενικό Επιτελείο καλείτο να επιλύσει εν όψει της εισβολής στην Ευρώπη μπορούν να ομαδοποιηθούν σε πέντε κυρίως κατηγορίες: α) αναβάθμιση της ποιότητας του έμψυχου δυναμικού, κατάρτιση των υπαξιωματικών και των αξιωματικών, και μετεκπαίδευση των ανώτατων διοικητών, β) παραγωγή ποιοτικού πολεμικού υλικού και εξοπλισμός των μονάδων με σύγχρονα και αξιόπιστα όπλα, γ) αναδιοργάνωση των μεραρχιών σε αυτοκινούμενα σχήματα μάχης ενισχυμένα με επίγειο και αντιαεροπορικό πυροβολικό ενσωματωμένα σε αυτές, δ) διασφάλιση άριστης εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics) και μονάδων αναπληρώσεων των απωλειών και ε) εξύψωση του πολεμικού φρονήματος και δημιουργία ψυχολογικού κλίματος ανωτερότητας, έναντι ενός "απάνθρωπου εχθρού, πολιτιστικά και ηθικά κατώτερου των δυτικών κοινωνιών".

Η ΜΑΧΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ

Ο Αμερικανός που κλήθηκε να πολεμήσει στην Ευρώπη υπήρξε τέκνο μιας κουλτούρας πολύ διαφορετικής από την αντίστοιχη των Γερμανών και των Ρώσων μαχητών του Ανατολικού Μετώπου. Αυτή ακριβώς η διαφορετικότητα ήταν ο κυριότερος παράγοντας διαμόρφωσης των τόσο αντιφατικών συνθηκών ανάμεσα στα δύο μέτωπα: στο Δυτικό Μέτωπο ουδέποτε παρατηρήθηκαν οι αγριότητες και τα απάνθρωπα εγκλήματα που σημειώθηκαν στο Ανατολικό, παρά τις υπερβολικές απαιτήσεις του σε θυσίες ανθρώπων και υλικού. Ο μέσος Αμερικανός στρατιώτης προερχόταν από μια καπιταλιστικά δομημένη κοινωνία βασισμένη σε αρχές που ενέπνεαν τον σεβασμό στην ατομικότητα και την πίστη στην μοναδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αντίθετα, οι υπηρετούντες στην Wermacht ή τον Κόκκινο Στρατό αντιμετωπίζονταν περισσότερο ως "υλικό" κατάλληλο (και υποχρεωμένο) να θυσιαστεί για την επίτευξη του υπέρτατου σκοπού, δηλαδή την τελική νίκη. Αλλά δεν θα πρέπει να υπερβάλλουμε. Οι Γερμανοί διοικητές, ιδίως οι ανήκοντες στα Waffen SS, συνδέονταν με τους άνδρες τους με δεσμούς απαράμιλλης συναδελφικότητας και ειλικρινούς στοργής, όπως και οι Αμερικανοί ομόλογοί τους. Ουδέποτε διέταξαν ανούσιες θυσίες ανδρών που βρίσκονταν στις διαταγές τους ή επιδίωξαν τον μέχρις εσχάτων αγώνα με ελαφριά καρδιά, αν δεν επρόκειτο να εξασφαλίσουν έτσι τεράστια στρατηγικά οφέλη για την πατρίδα τους ή αν δεν πιέζονταν ασφυκτικά από τον ίδιο τον Χίτλερ. Φυσικά υπήρξε και η περίπτωση των "αμετανόητων" διοικητών που ενεργούσαν με την πεποίθηση της τελικής νίκης, οπότε δεν φείδονταν θυσιών.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι ο Αμερικανός μαχητής σε κάθε του βήμα, σε κάθε εμπλοκή που έθετε σε κίνδυνο την ζωή του, ακόμη και σε κάθε πρωτοβουλία που αποσκοπούσε στην βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του στο μέτωπο, είχε με το μέρος του την προστατευτική ομπρέλα των ανώτερων και ανώτατων διοικητών, το πραγματικό ενδιαφέρον του Υπουργείου Άμυνας (War Department) και μια σειρά υπηρεσιών που, συχνά σε βάρος της επίτευξης ενός αντικειμενικού σκοπού, προέτασσαν την επιβίωσή του.



Ο Αϊζενχάουερ (καθιστός στο κέντρο) περιστοιχισμένος από στρατηγούς του. Δεύτερος από αριστερά, με το καλογυαλισμένο κράνος και το γνωστό αυστηρό του ύφος, κάθεται ο στρατηγός Πάτον.


Έχει πολλές φορές υποστηριχτεί η άποψη πως η τεχνολογική και ποσοτική υπεροχή των ΗΠΑ ήταν αυτά που χάρισαν στον Στρατό τους τις λαμπρές νίκες στην διάρκεια του πολέμου, ιδίως στην Ευρώπη. Πραγματικά, την περίοδο 1944 - 1945 η υλική υπεροχή των Αμερικανών έναντι της εξασθενημένης γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας υπήρξε καταλυτική. Ανάλογη ήταν και η υπεροχή σε έμψυχο δυναμικό. Αλλά αυτά από μόνα τους σαφώς δεν αρκούν για να αναβαθμίσουν την μαχητικότητα και αποτελεσματικότητα ενός στρατεύματος -έννοιες που συνδέονται άμεσα με την εκπλήρωση των αντικειμενικών στόχων σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και με τις ελάχιστες θυσίες και κόστος. Τον ουσιαστικότερο ρόλο στις μάχες που έλαβαν χώρα στην Ευρώπη, λοιπόν, έπαιξε η ατομική ανδρεία και η τεχνική κατάρτιση του μέσου Αμερικανού στρατιώτη της πρώτης γραμμής -παράγοντες που καλλιεργήθηκαν σταδιακά και με αντίτιμο την θυσία χιλιάδων ανδρών.

Η πολεμική απειρία που προαναφέρθηκε από μόνη της δεν μπορεί να δικαιολογήσει επαρκώς την απροθυμία των Αμερικανών στρατιωτών να πολεμήσουν, όπως αυτή καταγράφηκε σε εκατοντάδες αναφορές των αξιωματικών προς τα επιτελεία της μονάδας τους ή στις προσωπικές τους σημειώσεις. Συχνά η κόπωση και η συνεχής έκθεση σε αντίξοες καιρικές συνθήκες αποθάρρυναν τις εφόδους του πεζικού, που όλο και περισσότερο βάσιζε τις ελπίδες του στην υποστήριξη του πυροβολικού, καθώς η αεροπορία παρέμενε καθηλωμένη λόγω αντίξοων καιρικών συνθηκών (ιδίως κατά τις χειμερινές επιχειρήσεις του 1944 - 1945). Το πυροβολικό πράγματι δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει απλόχερα χιλιάδες τόνους οβίδων, προκειμένου να εξασφαλίσει στο πεζικό ιδανικές συνθήκες εφόδου ακόμη και σε επιχειρήσεις περιορισμένης κλίμακας με πενιχρά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν αμφίβολο, αν σκεφτούμε την εκστρατεία στην καρδιά της Γερμανίας συνολικά. Γιατί μια τέτοια σπατάλη πυρομαχικών στέρησε στις αμερικανικές πυροβολαρχίες την δυνατότητα να επέμβουν σε περιπτώσεις πραγματικής ανάγκης.

Αν στην ιταλική χερσόνησο η αεροπορία έπαιξε τον σημαντικότερο ίσως ρόλο, στην κεντρική Ευρώπη ήταν το πυροβολικό που καθόρισε το είδος της μάχης. Το αμερικανικό δόγμα για την ισχύ πυρός διαμόρφωσε απόλυτα την εφαρμοζόμενη τακτική της εκστρατείας για την συνθηκολόγηση της Γερμανίας. Οι πεζικάριοι δεν δίσταζαν να σταματούν την επίθεση και να επικαλούνται την συνδρομή του πυροβολικού τους αμέσως μόλις έπεφταν οι πρώτες σφαίρες. Αυτή η εξάρτηση κατάντησε σωστός βραχνάς για τους διοικητές των μεγάλων σχηματισμών γιατί έθετε την εξέλιξη της εκστρατείας εκτός χρονοδιαγράμματος. Χαρακτηριστική ήταν η αγανάκτηση του αντιστράτηγου Ντάλκουϊστ (John Ernest Dahlquist), διοικητή της 36ης Μεραρχίας Πεζικού, ο οποίος κυκλοφόρησε σε όλες τις μονάδες του μια εγκύκλιο όπου καυτηρίαζε την παθητικότητα του πεζικού. "Δεν μπορούμε να ατενίζουμε από μακριά τον βομβαρδισμό του εχθρού και να περιμένουμε πότε αυτός θα υποχωρήσει. Οι βομβαρδισμοί από μεγάλη απόσταση με βαριά πυροβόλα κατά μη προκαθορισμένων στόχων πρέπει να σταματήσουν." Λίγες μεραρχίες είχαν την σπάνια τύχη να συλλάβουν υψηλόβαθμους αξιωματούχους του Γ΄ Ράιχ, όπως η μεραρχία του Ντάλκουϊστ, που συνέλαβε τον ίδιο τον Γκαίρινγκ. Αλλά ακόμη και αυτή, τουλάχιστον κατά τις πρώτες φάσεις του πολέμου της στην Ευρώπη, παρουσίασε αρνητική διάθεση για ριψοκίνδυνες επιδόσεις.



“Οι μόνοι πραγματικοί στρατιώτες εδώ είναι οι συνταγματάρχες. Οι υπόλοιποι είμαστε απλοί πολίτες.”

από το ημερολόγιο του στρατιώτη Τσαρλς Φίλιξ


Η υποκατάσταση της χερσαίας εφόδου από τον βομβαρδισμό μεγάλης έκτασης δεν αφορούσε μόνο τους Αμερικανούς. Ανάλογες πρακτικές υιοθετούσαν και οι Βρετανοί, που εξαιτίας της έλλειψης προσωπικού έδειχναν ιδιαίτερη σπουδή στην αποφυγή απωλειών. Αν σε αυτά προσθέσουμε την απροθυμία των απείθαρχων Γάλλων και την ξεκάθαρη, σε μεγάλο ποσοστό, άρνηση των Καναδών να πολεμήσουν, γίνονται αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους ο πόλεμος διήρκεσε πολύ περισσότερο από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν. Οι Αμερικανοί, όταν ενεργούσαν αμυντικά επιδείκνυαν ιδιαίτερο ζήλο, αλλά στην επίθεση υστερούσαν. Ο ταξίαρχος Μένοχερ (Pearson Menoher), διοικητής του XV Σώματος, στα μεταπολεμικά απομνημονεύματά του ανέφερε πως "οι Αμερικανοί στρατιώτες δεν είχαν την αποτελεσματικότητα των Γερμανών, ούτε την διάθεση των Ρώσων να εξοντώσουν εκ του σύνεγγυς τον εχθρό". Ανάλογα ήταν τα σχόλια του συνταγματάρχη Τρίμπολετ (Harvey A. Tribolet), διοικητή του 22ου Συντάγματος Πεζικού: "Η έλλειψη επιθετικότητας στο Πεζικό έχει συχνά σχολιασθεί. Το σύστημά μας κάπου χωλαίνει. Ο τυφεκιοφόρος της πρώτης γραμμής τέσσερα πράγματα μπορεί να περιμένει: να φονευθεί, να πληγωθεί, να αιχμαλωτισθεί ή να καταβληθεί από υπερκόπωση". Ο λοχαγός Ντιπί (William Depei), διοικητής του Α Λόχου του 357ου Τάγματος Πεζικού, οδηγήθηκε στην θλιβερή διαπίστωση ότι το μόνο που έκανε ήταν να μετακινεί μέσα στην Γαλλία και την Γερμανία τις πυροβολαρχίες, προσθέτοντας πως "ακόμη και για αυτό χρειάζεται το πεζικό!"


5 Ιουνίου 1944: ο Αϊζενχάουερ στην Αγγλία εμψυχώνει τους άνδρες του 502ου Συντάγματος Αλεξ/στών της 101ης Αερομ/νης Μεραρχίας ("Screaming Eagles") λίγο πριν την επιβίβασή τους για να λάβουν μέρος στην πρώτη επιχείρηση στην ηπειρωτική Ευρώπη.


Τα πυροβόλα των 155 και 240 χιλ. με το μεγάλο βεληνεκές δύσκολα έπλητταν με ακρίβεια τους εχθρικούς στόχους. Τα βλήματά τους μπορούσαν να χτυπήσουν τις γερμανικές θέσεις σε απόσταση 35 χλμ. αλλά συνήθως επέλεγαν στόχους στην μισή απόσταση. Καθοδηγούμενα με χάρτες ή αναφορές αεροπλάνων, δύσκολα γνώριζαν τι και πού ακριβώς χτυπούσαν. Τα βλήματα έσκαγαν στα χωράφια της επίπεδης βελγικής ή γερμανικής γης με απόκλιση 50-60 μέτρων από το στόχο. Λαμβανομένης υπόψιν της απόστασης η απόκλιση αυτή θεωρείτο αρκετά μικρή, ωστόσο η βολή αποδεικνυόταν αναποτελεσματική εφόσον άφηνε ανέπαφο τον επιλεγμένο στόχο. Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούνταν και στα γερμανικά πυροβόλα. Όμως αυτά έβαλλαν κατά ανυπεράσπιστων μαχητών που έπρεπε συνεχώς να προωθούνται σκάβοντας οι ίδιοι χαρακώματα για να προφυλάσσονται από τους βομβαρδισμούς, τα οποία αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν πριν τα αποτελειώσουν. Κατόπιν, καταλαμβάνοντας μια νέα τοποθεσία, η όλη διαδικασία επαναλαμβανόταν μονότονα και κοπιαστικά, μέχρι που οι εξουθενωμένοι στρατιώτες συνειδητοποιούσαν ότι από πολεμιστές είχαν καταντήσει σωστοί σκαφτιάδες.

Σύμφωνα με το αμερικανικό σύστημα, το μεσαίο πυροβολικό είχε ενσωματωθεί στις μεραρχίες πεζικού. Έτσι εξασφαλιζόταν η αμεσότητα του πυρός και η συνεργασία με τις επιτιθέμενες δυνάμεις. Κάθε μεραρχία βασικά διέθετε 3 μοίρες πεδινού πυροβολικού και 1 μεσαίου πυροβολικού. Σε κάθε μοίρα αναλογούσε μια βοηθητική πυροβολαρχία, εφοδιασμένη με 13 φορτηγά των 4,5 τόνων που μετέφεραν οβίδες και ανταλλακτικά. Η ευκινησία και η αμεσότητα δράσης που εξασφάλιζε αυτό το σύστημα ήταν αξιοζήλευτη. Με την δημιουργία των κέντρων κατεύθυνσης πυρός βελτιώθηκε αισθητά η συγκέντρωση και η ακρίβεια των βολών. Όταν οι επιλεγμένοι στόχοι απείχαν έως 15 χλμ. ήταν μάλλον απίθανο να μην κονιορτοποιηθούν. Και καθώς οι χειριστές δύσκολα σημείωναν απώλειες, η πολύμηνη εμπειρία των ίδιων ανδρών συντελούσε στην διαρκή βελτίωση των επιδόσεων. Ανάλογη επιτυχία σημείωσαν οι αντιαεροπορικές μονάδες. Σε τούτο βοήθησαν τα νέας τεχνολογίας ραντάρ μικροκυμάτων έγκαιρης προειδοποίησης (microwave early warning - MEW), που διαπίστωναν την ύπαρξη εχθρικών αεροσκαφών σε πολύ μεγάλες αποστάσεις. Τα ραντάρ SCR-584, επίσης, χρησιμοποιήθηκαν για τον εντοπισμό εγγύτερων στόχων. Έτσι το Αμερικανικό Πυροβολικό έγραψε τις ενδοξότερες σελίδες δόξας την περίοδο 1944 - 1945. Δεν έλειψαν βέβαια τα λάθη. Για παράδειγμα, τον Νοέμβριο του 1944, η 28η Πεδινή Πυροβολαρχία έριξε στο δάσος του Χούρτγκεν, νοτιοανατολικά του Άαχεν, 7.421 οβίδες από τις οποίες οι 6.520 στα τυφλά, χωρίς να προκαθοριστούν οι στόχοι.

Η έφοδος, ωστόσο, υπήρξε πάντα προβληματική. Στους άπειρους "σταυροφόρους" της άλλης όχθης του Ατλαντικού ήταν δύσκολο να γίνει κατανοητό πως, αν ήθελαν να επιβιώσουν από τα εχθρικά πυρά, έπρεπε διαρκώς να εφαρμόζουν την αρχή "πυρ και κίνηση". Ελάχιστοι πυροβολούσαν κατά την στιγμή της εφόδου και όσοι το επιχειρούσαν ήταν αμφίβολο αν θα έβρισκαν στόχο. Γενικά η χρήση των "μικρών" όπλων από τους Αμερικανούς ήταν απογοητευτική, σε αντίθεση με τους αριστοτέχνες της Wehrmacht. Ο λοχαγός Ρόμπινς σχολίασε: "Γνώριζα ότι οι Γερμανοί ήταν πολύ καλύτεροι χειριστές των μικρών όπλων." Ο λοχίας Πάτρικ Χένεσι παραδεχόταν πως "οι Γερμανοί ήταν πολύ πιο επαγγελματίες από εμάς".



Βαδίζοντας προς την Γερμανία, μέσα από την γραμμή Siegfried. Η αντίστροφη μέτρηση για το Γ΄ Ράιχ είχε αρχίσει.

Από την στιγμή της κατάταξης στο τάγμα μέχρι την ημέρα της πρώτης επαφής με τον εχθρό κανείς δεν είχε ποτέ περίσσευμα χρόνου για να διδάξει σχετικά τους νεοφερμένους, ώστε πάσχιζαν από μόνοι να αποκτήσουν την απαιτούμενη για την επιβίωσή τους γνώση. Όταν πάλι το εχθρικό πυροβολικό έβαλε εναντίον τους, οι επιτιθέμενοι πεζικάριοι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να πέφτουν στο έδαφος για να προφυλαχθούν. Αλλά σε περίπτωση που η πυκνότητα των βλημάτων ήταν μεγάλη (φαινόμενο σπάνιο, γιατί οι Γερμανοί εκείνη την εποχή δεν διέθεταν αρκετά πυροβόλα στο Δυτικό Μέτωπο) ούτε αυτή η πρακτική μπορούσε να τους εξασφαλίσει την ζωή. Αυτό που διδάχθηκαν στην βασική εκπαίδευση ήταν να προσπαθούν να προσεγγίζουν τις εχθρικές γραμμές όσο το δυνατόν περισσότερο, ώστε να τεθούν έξω από το φάσμα πυρός των γερμανικών πυροβόλων και των ολμοβόλων -του "πυροβολικού του φτωχού". Αυτό δεν προϋπέθετε μόνο θάρρος και ψυχραιμία, αλλά και στοιχειώδη γνώση της τεχνικής της εφόδου με χρήση χειροβομβίδων, καπνογόνων και πυροβολώντας "κατά ριπάς", ώστε να διατηρηθούν ζωντανοί περνώντας μέσα από τα διασταυρούμενα καταιγιστικά πυρά των γερμανικών πολυβόλων.

Τα πολυβόλα MG42 ήταν πραγματικά αξεπέραστα σε ταχυβολία (1.200 β.α.λ.), ακρίβεια και αντοχή. Μπορούσαν να βάλλουν με μεγάλη πυκνότητα πυρός, χαρίζοντας στους κατόχους τους δυνατότητες κατά πολύ μεγαλύτερες από αυτές που δικαιολογούσε ο αριθμός τους. Μετά από τόσα χρόνια πολέμου, οι Γερμανοί γνώριζαν πως στον ορυμαγδό της μάχης ελάχιστοι είχαν την ψυχραιμία να χρησιμοποιήσουν τα ατομικά τους τυφέκια αποτελεσματικά. Τα πολυβόλα όμως έμαθαν να τα χειρίζονται με μοναδικό τρόπο, σχεδόν πάντα ανά ζεύγη: τοποθετώντας τα σε διάταξη σταυρωτή, το ένα έβαλε με τροχιοδεικτικά βλήματα λίγο ψηλότερα από τα κεφάλια των επιτιθέμενων, ώστε οι ριπές να γίνονται εύκολα ορατές και οι άνδρες να ξεθαρρεύονται να εφορμούν όρθιοι, ενώ το πλάγιο πολυβόλο σε δεδομένη στιγμή θέριζε τα κορμιά των Συμμάχων με μη τροχιοδεικτικά βλήματα, ώστε να μην εντοπίζονται. Το αποτέλεσμα ήταν τρομακτικό.



Γαλλία, Ιούλιος 1944: Οβιδοβόλο των 105 χιλ. βάλει κατά γερμανικών θέσεων.

Ένας ακόμη ανασταλτικός παράγοντας υπήρξε ο κίνδυνος για τους εφοδεύοντες να πέσουν θύματα φίλιων πυρών, καθώς το πυροβολικό τους σφυροκοπούσε απλόχερα τις γερμανικές θέσεις. Η ελαττωματικότητα των ασυρμάτων, είτε εξαιτίας της λάσπης και της υγρασίας, είτε λόγω της ανεπάρκειας των μπαταριών, καθιστούσε τις επικοινωνίες με τα μετόπισθεν προβληματικές. Λίγα λεπτά μετά την εκδήλωση μιας επίθεσης πεζικού το διοικητήριο συνήθως έχανε επαφή με τους επιτιθέμενους και κανείς δεν μπορούσε να ειδοποιήσει εγκαίρως το πυροβολικό να παύσει τις βολές του. Η προσωπική παρατήρηση με κιάλια ήταν πάλι αδύνατη λόγω περιορισμένης ορατότητας. Η ομίχλη ήταν θέμα καθημερινό, εκτός από τις ημέρες που έβρεχε ασταμάτητα. Οι επιτιθέμενοι έμοιαζαν με μουσκεμένα φαντάσματα κινούμενα μέσα σε ένα πηχτό, γαλακτόχρωμο πέπλο. "Ο καιρός συμμάχησε με τον Χίτλερ!" σχολίαζε απογοητευμένος ένας οπλίτης. Κατόπιν, μπορούσε να δει τους συντρόφους του να σηκώνονται μέσα από την λάσπη και να τρέχουν μπροστά, εκεί όπου τα γερμανικά πολυβόλα μέχρι πριν λίγο ξερνούσαν φωτιά και μολύβι.

Το να συγκρατήσει τους άντρες του και να τους πείσει να συνεχίσουν την έφοδο ήταν ζήτημα ικανοτήτων του κάθε υπαξιωματικού. Όλα εξαρτιόνταν από τον σεβασμό που αυτοί έτρεφαν για τους προϊσταμένους τους. Οι διμοιρίες σπάνια παρουσίαζαν χωρίς την παρότρυνση των υπαξιωματικών και των αξιωματικών τον απαιτούμενο φανατισμό και το πάθος, που ήταν αναγκαία για να διεξαχθεί με ορμή μια επίθεση. Όποτε κάποιος αγαπητός στην ομάδα συνάδελφος φονευόταν, επικρατούσε ολιγόωρη έξαψη και εκδικητική μανία, αλλά μόλις φονεύονταν οι πιο θερμόαιμοι οι υπόλοιποι ανακτούσαν την χαμένη τους λογική. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο διμοιρίτης διέταζε επίθεση τεντώνοντας το χέρι του μπροστά, μόνο για να δει τους άνδρες του να κοιτούν ακίνητοι -ή μάλλον πεσμένοι με την κοιλιά στο χώμα και με το κράνος μέχρι τα αυτιά. Γενικά, σε κάθε συμπλοκή την "βρώμικη" δουλειά την έκανε μια μικρή ομάδα θαρραλέων ανδρών, συνήθως νεοσύλλεκτων, που δυστυχώς σπάνια επιζούσε για να λάβει μέρος στην επόμενη επιχείρηση. Οι αντικαταστάτες ήταν επίσης νεοσύλλεκτοι, προερχόμενοι από την εφεδρεία, που διέθεταν το ίδιο πάθος με αυτό των φονευμένων, όμως δεν προλάβαιναν να αναπτύξουν ισχυρούς δεσμούς με τους υπόλοιπους. Αυτό αποδείχθηκε καταστρεπτικό: κανείς δεν ριψοκινδυνεύει εύκολα για κάποιον που δεν γνωρίζει, ούτε και θυσιάζεται εκδικούμενος τον θάνατο του ανθρώπου που γνώρισε μόλις πριν λίγες ώρες.



Ο στρατηγός Ομάρ Μπράντλεϋ, γιος δασκάλου από το Μισούρι, υπήρξε διοικητής του 2ου Σώματος Στρατού κατά την κατάληψη της Σικελίας και της 1ης Στρατιάς στην απόβαση της Νορμανδίας. Αργότερα τέθηκε επικεφαλής της 12ης Ομάδας Στρατιών.


Καθώς η μάζα των στρατιωτών παρέμενε στο περιθώριο των εξελίξεων, πρόσφερε δίχως να το αντιλαμβάνεται (πόσο μάλλον να το επιδιώκει) μια πολύτιμη υπηρεσία στους συναδέλφους που πολεμούσαν ηρωικά: έθεταν τον εαυτό τους για την επίτευξη της διασποράς των εχθρικών πυρών! Γενικά ήταν πολύ δύσκολο για έναν διοικητή να συντονίσει τους άνδρες του και να αποτρέψει την διστακτικότητα που τους κατακυρίευε. Δεν επρόκειτο για φαινόμενα μαζικής δειλίας με την αυστηρή έννοια του χώρου, ούτε για ανταρσία ή απειθαρχία. Περισσότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, που ωστόσο έθετε σε κίνδυνο την εξέλιξη των επιχειρήσεων.

Αλλά και υπαξιωματικοί πολλές φορές ένιωθαν αυτόν τον ανθρώπινο φόβο την στιγμή του χαλασμού στην καρδιά της μάχης, ακόμη και αξιωματικοί, που επιπλέον δύσκολα είχαν την ικανότητα να αναπτύξουν πρωτοβουλία από την στιγμή που έχαναν επαφή με το τάγμα. Οι οπλίτες σπάνια γνώριζαν πώς να διαβάζουν ένα χάρτη ή πληροφορούνταν από τους ανωτέρους λεπτομέρειες γύρω από τον αντικειμενικό τους σκοπό (σε αντίθεση με τους Βρετανούς, που ακολουθούσαν το σύστημα της λεπτομερούς ενημέρωσης). Μη γνωρίζοντας εκ των προτέρων το βαθύτερο νόημα και την σημασία μιας επίθεσης, δίχως καν να ξέρουν το γεωγραφικό στίγμα τους και την αποστολή της επόμενης ημέρας, δικαιολογημένα οι Αμερικανοί μάχονταν με φτωχές επιδόσεις. Το να πειστούν αυτοί οι ένστολοι "τουρίστες" να εγκαταλείψουν τα ορύγματα και να επιτεθούν στον εχθρό, επειδή έτσι διέταζαν οι στρατηγοί των μετόπισθεν (των οποίων συνήθως ούτε τα ονόματα δεν γνώριζαν) σίγουρα δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Αλλά συνήθως έδειχναν εμπιστοσύνη στον λοχία τους, που την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αναδείχθηκε σε "μικρό στρατάρχη". Ο λοχίας υπήρξε ο "πατέρας" του μέσου Αμερικανού στρατιώτη, το ενσαρκωμένο ιδανικό του, η προσωποποίηση της ελπίδας. Δικαιολογημένα λοιπόν ο πόλεμος των Αμερικανών στην Ευρώπη ονομάστηκε "πόλεμος του Λοχία".

Κεντρική θέση σε κάθε ομάδα είχε και ο λοχαγός. Περισσότερο απόμακρος από τον λοχία, απόφοιτος συνήθως της μέσης ή ανωτέρας εκπαίδευσης (ενίοτε και της ανωτάτης), διέθετε την γνώση και τα προσόντα του ηγέτη. Πολύ νωρίς, όμως, οι στρατιώτες αντιλήφθηκαν πως το να πλησιάζεις τον άνδρα που συμβουλευόταν διαρκώς τον στρατιωτικό χάρτη ή χειριζόταν τον ασύρματο ήταν επικίνδυνο για την... υγεία τους! Γιατί συχνά κάποιος ελεύθερος σκοπευτής έβαζε στον στόχο του αυτόν τον αξιωματικό και δεν ήταν λίγες οι φορές που το λάθος της σκόπευσης του εχθρού το πλήρωνε με την ζωή του ο παρακείμενος απλός τυφεκιοφόρος.



Ο Ασημένιος Αστέρας (Silver Star) είναι το τέταρτο κατά σειρά σπουδαιότητας μετάλλιο των ΗΠΑ και απονέμεται σε όσους επέδειξαν απαράμιλλη ανδρεία και ηρωισμό στην μάχη. Κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στην Δυτική Ευρώπη οι Αμερικανοί στρατιώτες της πρώτης γραμμής πικραίνονταν όταν έβλεπαν ανθρώπους που ουδέποτε έλαβαν μέρος σε μάχη να το φέρουν στο στήθος -μια αδικία, για την οποία ποτέ δεν δόθηκαν εξηγήσεις.


Καθώς η εκστρατεία προχωρούσε, οι Αμερικανοί αποκτούσαν πολύτιμες εμπειρίες, ώστε κατάφεραν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να μεταμορφωθούν σε πραγματικές πολεμικές μηχανές. Η μαχητικότητα των αερομεταφερόμενων μονάδων υπήρξε απαράμιλλη. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν κι άλλες, λιγότερο αξιοπρόσεκτες μονάδες, συντελώντας στην συμμαχική νίκη του 1945. Από τον Δεκέμβριο του 1944 αυτό που καθόρισε την τύχη του πολέμου δεν ήταν άλλο, από την ατομική ανδρεία και την αυτοθυσία των Αμερικανών στρατιωτών.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΤΕΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΑ

Σε γενικές γραμμές οι Αμερικανοί ακολούθησαν την γνωστή Γαλλο-βρετανική τακτική εμπλοκής των τεθωρακισμένων: μετά την παύση του βομβαρδισμού των εχθρικών θέσεων από το πυροβολικό το πεζικό αναλάμβανε με την βοήθεια λίγων αρμάτων να διασπάσει τις προωθημένες οχυρώσεις των Γερμανών και στην συνέχεια ακολουθούσε ο κύριος όγκος των αρμάτων, που ξεπερνώντας το πεζικό φιλοδοξούσε να διεμβολίσει σε βάθος την αμυντική τους διάταξη. Αυτό σε γενικές γραμμές συνέβαινε σε επιθετικές ενέργειες μεγάλης κλίμακας, αλλά όταν επρόκειτο για περιορισμένες εμπλοκές η τακτική ήταν εντελώς διαφορετική. Το πεζικό ακολουθούσε τα άρματα φροντίζοντας να προστατευτεί πίσω από τον μεταλλικό τους όγκο και σπάνια προπορευόταν αυτών. Το αίσθημα ασφάλειας που τα τεθωρακισμένα χάριζαν στο πεζικό οφειλόταν στην ψευδαίσθηση ότι τα φοβερά αυτά χαλύβδινα "τέρατα" ήταν άτρωτα. Παραγνωριζόταν ασφαλώς μια σειρά μειονεκτημάτων απολύτως φυσιολογικών, όπως η περιορισμένη ορατότητα, η βραδύτητα ελιγμών, η ανάγκη ανεφοδιασμού με τεράστιες ποσότητες καυσίμων και πυρομαχικών (που κάποιος θα έπρεπε να μεταφέρει) και η συνεχής ανάγκη συντήρησης. Από την στιγμή που η επιθετική ορμή των Αμερικανών ανακόπηκε και η εκστρατεία εκφυλίστηκε σε ανούσιους, ως προς την στρατηγική, αυτοσχέδιους ελιγμούς γύρω από δευτερεύοντες στόχους, που ωστόσο κόστιζαν σε ζωές χιλιάδων ανδρών, η εμπιστοσύνη του πεζικού προς τα τεθωρακισμένα κλονίστηκε σημαντικά.

Όταν ένα τάγμα επιτίθετο, συνήθως δύο λόχοι του πραγματοποιούσαν την έφοδο κι ένας παρακρατείτο στα μετόπισθεν ως εφεδρεία. Σύμφωνα με τον κανονισμό, τα άρματα που προπορεύονταν έπρεπε κάθε τόσο να σταματούν και να πραγματοποιούν αναγνώριση του εδάφους, γεγονός που καθυστερούσε την ανάπτυξη της επίθεσης. Αυτό δεν ήταν μόνο εκνευριστικό, αλλά και επικίνδυνο, γιατί πίστωναν τον εχθρό χρόνο σκόπευσης. Σ περίπτωση που οι Γερμανοί προέτασσαν σθεναρή αντίσταση με αντιαρματικά ή τα επιτιθέμενα άρματα έπεφταν σε ναρκοπέδιο η επίθεση διακοπτόταν αυτόματα και υπαναχωρούσαν στα αρχικά σημεία εκκίνησης. Το πεζικό τότε έμενε ακάλυπτο στα εχθρικά πυρά. Μα κι αν η αντίσταση των Γερμανών δεν ήταν σθεναρή, στην ακμή της μάχης πεζικό και άρματα ήταν αδύνατο να συντονιστούν. Οι ασύρματοι των τεθωρακισμένων εξασφάλιζαν την επικοινωνία τους με το στρατηγείο, αλλά το πεζικό τις περισσότερες φορές δεν είχε ανάλογη δυνατότητα. Ενώ έπρεπε να προστατεύουν τα άρματα, εκτός φυσικά από τον εαυτό τους, οι Αμερικανοί στρατιώτες αδυνατούσαν να εστιάσουν την προσοχή τους στον εντοπισμό μαεστρικά καλυμμένων εχθρικών ομάδων οπλισμένων με τα περίφημα αντιαρματικά ατομικής χρήσης Panzerfaust. Έχει ειπωθεί πως εξαιτίας αυτού του εύχρηστου και οικονομικού όπλου ο πόλεμος διήρκεσε μήνες περισσότερο από ό,τι αναμενόταν. Πέρα από κάθε υπερβολή, τα Panzerfaust αποτελούσαν τον τρόμο των Αμερικανών αρματιστών. Μια δωδεκάδα τέτοιων στοιχείων ήταν συχνά δυνατόν να αναχαιτίσουν την προέλαση ολόκληρης μεραρχίας!

Την νύχτα τα αμερικανικά άρματα ποτέ δεν επιχειρούσαν. Αποσύρονταν αρκετά πίσω από την γραμμή του μετώπου για να εφοδιαστούν και να συντηρηθούν, αφήνοντας το βάρος της ευθύνης του μετώπου στις πλάτες του πεζικού. Την επόμενη αυγή έπαιρναν τον δρόμο για το μέτωπο -αν στο μεταξύ δεν είχε σημειωθεί μέσα στη νύχτα γερμανική αντεπίθεση, απωθώντας το αμερικανικό πεζικό πίσω στις θέσεις φύλαξης των αρμάτων. Επρόκειτο για έναν φαύλο κύκλο, που μέσα του περιέκλειε δεκάδες νεκρών.

Τα αμοιβαία παράπονα μεταξύ των υπηρετούντων στα τεθωρακισμένα και των οπλιτών πεζικού ποτέ δεν έπαψαν. Οι πρώτοι υποστήριζαν ότι η απροθυμία του πεζικού να ριψοκινδυνεύσει ήταν υπεύθυνη για την καθυστέρηση των προελάσεων και οι δεύτεροι ότι τα τεθωρακισμένα φοβούνταν υπερβολικά τις απώλειες. Μετά την λήξη των επιχειρήσεων της 3ης Στρατιάς στο Μετς, όπου ο στρατηγός Πάτον δεν άφησε πολλά περιθώρια ασυνεννοησίας μεταξύ των υπαγομένων σε αυτόν μονάδων, η έλλειψη εμπιστοσύνη του πεζικού προς τα άρματα συνεχώς διογκωνόταν. Η κατάσταση χειροτέρευε όποτε η πολύμηνη συνεργασία μιας μονάδας πεζικού με κάποιο συγκεκριμένο τάγμα Τ/Θ αναγκαζόταν να τερματιστεί, λόγω ανακατανομής των δυνάμεων. Εξέλειπαν έτσι οι δεσμοί που στο μεταξύ είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των αξιωματικών των δύο όπλων των συγκεκριμένων μονάδων. Μέχρι να δημιουργηθούν ανάλογες σχέσεις μεταξύ των νεοφερμένων και των παλαιότερων, το ενδιαφέρον και η διάθεση συνεννόησης ήταν φυσικό να διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα.



Άνδρες του 504ου Συντάγματος της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας σε δάσος στην διάρκεια της μάχης του Βελγίου.


Άνδρες του 347ου Συντάγματος ΠΖ λαμβάνουν τροφή κοντά στο La Roche του Βελγίου. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες της χειμερινής περιόδου ταλαιπώρησαν βάναυσα τους Αμερικανούς, που κυριολεκτικά αποδεκατίζονταν από τα κρυοπαγήματα.


Από την άποψη της ποιότητας, τα αμερικανικά άρματα Sherman δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Ακόμη και ο προηγμένος τύπος Μ4Α1Ε8 με το πυροβόλο των 76,2 χιλ. δεν θα μπορούσε να ανταγωνιστεί επάξια τα γερμανικά Tiger και Panther, γιατί διέθετε ασθενή θωράκιση (μέγιστη των 63,5 χιλ.) και εύκολα αναφλεγόταν από τις βολές των γερμανικών Panzer. Αντίθετα, το βλήμα ενός Sherman θα αναπηδούσε πάνω στην εμπρόσθια θωράκιση ενός Tiger και θα εξοστρακιζόταν. Έπρεπε συνεχώς να κυνηγούν τα γερμανικά άρματα ώστε να βάλουν εναντίον τους από τα πλάγια. Πιο αποτελεσματικά αποδείχθηκαν οι καταστροφείς αρμάτων Μ18 Hellcat, αλλά κι αυτά αδυνατούσαν να διατρήσουν την μετωπική θωράκιση των 150 χιλ. των γερμανικών Königtiger. Την κατάσταση, κατά υποδεέστερων σε θωράκιση στόχων, έσωζαν τα περίφημα άρματα Μ26 Persing με το ισχυρό πυροβόλο των 90 χιλ. Δυστυχώς λίγα από αυτά έλαβαν μέρος στις μάχες πριν το 1945. Η Ουάσιγκτον γνώριζε αυτές τις αδυναμίες, αλλά βασιζόταν στην συντριπτική υπεροχή της εγχώριας παραγωγής έναντι ενός οικονομικά διαλυμένου εχθρού. Οι πόροι των Αμερικανών ήταν πραγματικά ανεξάντλητοι. Η αναλογία σε άρματα μεταξύ αυτών και των Γερμανών ήταν 10 προς 1. Αυτό πολύ λίγο ενδιέφερε τα πληρώματα των αμερικανικών αρμάτων, που ήταν υποχρεωμένα να αντιμετωπίσουν εχθρικά ασύγκριτα καλύτερης ποιότητας. Γνωρίζοντας την ανεπάρκειά τους, δεν είναι άξιο απορίας γιατί στο πεδίο της μάχης τα πληρώματα εμφανίζονταν απρόθυμα. Οι επικεφαλής των ουλαμών έλαβαν διαταγή να μην επιβαίνουν στο πρώτο, όπως παλαιότερα συνηθιζόταν, αλλά στο τρίτο κατά σειρά άρμα.

Μπροστά στα επιβλητικά Tiger κάθε πεζικάριος ένιωθε τα γόνατά του να λυγίζουν. "Οι Γερμανοί χειρίζονταν εκείνα τα θηρία με καταπληκτική επιδεξιότητα και ακρίβεια" παραδεχόταν ο λοχαγός Ρόμπινς. "Ποιος είχε το ψυχικό σθένος να πλησιάσει αυτούς τους ατσάλινους γίγαντες και με τι θα μπορούσε να τους αχρηστεύσει; Οι επιπόλαιοι που προσπάθησαν δεν ξαναείδαν το σπίτι τους!" Η δυσκολία στην αντιμετώπισή τους είχε να κάνει με την τακτική των Γερμανών Γρεναδιέρων, που ακολουθούσαν στενά τα άρματα και τα προστάτευαν από τις ενοχλητικές προσπάθειες του εχθρού να τα καταστρέψει με χειροβομβίδες ή μπαζούκας. Το ευχάριστο για τους Συμμάχους ήταν πως τα περισσότερα γερμανικά άρματα αχρηστεύονταν από μόνα τους, εξαιτίας μηχανολογικών προβλημάτων, καθώς η φρενήρης παραγωγή τους δεν επέτρεπε την διενέργεια σχολαστικών ελέγχων πριν αυτά τεθούν στην διάθεση των μονάδων.

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ


Ο Θ. Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με σχέδιο που δημοσιεύθηκε το 1827 στο Παρίσι από τον A. Friedel και θεωρείται από τις πιο πιστές απεικονίσεις του ήρωα.



Ανάμεσα στις ηγετικές μορφές που ανέδειξε ο εθνικός αγώνας των Ελλήνων για ανεξαρτησία του 1821 ξεχωρίζει αυτή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Το όνομα του αγνού αυτού πολεμιστή πέρασε στο πάνθεον των αθανάτων της Ιστορίας μας όχι μόνο εξαιτίας της ηρωικής του συνεισφοράς στον ένοπλο ξεσηκωμό εναντίον των Τούρκων, αλλά και για την γενικότερη παρουσία του στα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος επιχειρούσε τα πρώτα του άρρυθμα βήματα.

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ "ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΩΝ "

Όπως αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, είδε το φως της ζωής «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής... εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο από κάτω, εις την παλαιά Μεσσηνία, ονομαζόμενο Ραμαβούνι». Η περιοχή βρίσκεται στο ακατοίκητο σήμερα χωριό Λιμποβίσι του Δήμου Φαλάνθου, σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από την Τρίπολη. Κατά την τελευταία περίοδο της τουρκοκρατίας το Λιμποβίσι διοικητικά ανήκε στο Βιλαέτι της Καρύταινας, αλλά με την λήξη της επανάστασης του 1821 οι κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στην Κατσίμπαλη. Στο επίσης εγκαταλελειμμένο σήμερα χωριό Αρκουδόρεμα οι Κολοκοτρωναίοι διατηρούσαν προεπαναστατικά τα λημέρια τους.

Στο Λιμποβίσι λοιπόν είχε καταφύγει τον 16ο αιώνα ο Τριανταφυλλάκος Τζεργίνης (κατ' άλλους Τσεργίνης), όταν οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό του, το Ρουπάκι Αρκαδίας. Αυτός θεωρείται και ο γενάρχης των Κολοκοτρωναίων. Ο γιος του, Δημητράκης, απέκτησε 3 γιους: τον Χρόνη, τον Λάμπρο και τον Δήμο. Μετά από πόλεμο 12 ετών με τους Τούρκους της Ρούμελης, οι γιοι του επέστρεψαν στην Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο Χρόνης ήταν ο προπάππους του. Κάποια στιγμή ο Δήμος άλλαξε το όνομά του σε Μπότσικας, που στα αρβανίτικα σημαίνει μαυριδερός (ο ίδιος ήταν πράγματι μικρόσωμος και μελαψός). Όταν ένας ντόπιος Αρβανίτης είδε το παιδί που απέκτησε ο Δήμος, τον Γιάννη, το αποκάλεσε "μπιθεκούρα", δηλαδή με πισινό σαν πέτρα. Έτσι έμεινε το επίθετο Κολοκοτρώνης.


Η περικεφαλαία και το σελαχλίκι του Κολοκοτρώνη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)


Ο Γιάννης απέκτησε 5 γιους: τον Αναγνώστη, τον Κωνσταντή, τον Βασίλη, τον Αποστόλη και τον Γιώργη. Όλοι τους ακολούθησαν το παράδειγμα των προγόνων και καταπιάστηκαν με τον αγώνα εναντίον των κατακτητών, αλλά περισσότερο από όλους διακρίθηκε ο Κωνσταντής, μετέπειτα πατέρας του Θεόδωρου, που αναδείχθηκε ηγέτης των Αρματολών της Κορινθίας. Η δράση του υπήρξε τόσο φοβερή, ώστε οι Τουρκαλβανοί ορκίζονταν με την φράση "να μην σώσω από του Κολοκοτρώνη το σπαθί!"

Το καλοκαίρι του 1769, κι ενώ μαινόταν ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος του 1768 - 1774, η Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας διέταξε 14 πλοία με 600 στρατιώτες να αναχωρήσουν από το λιμάνι της Κρονστάνδης για την Πελοπόννησο, με σκοπό να αναπτύξουν πολεμική δράση σε βάρος των Τούρκων, υποκινώντας ταυτόχρονα επανάσταση. Αυτή ήταν η πρώτη ναυτική μοίρα των Ρώσων που στάλθηκε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, η οποία ενεργοποίησε άμεσα την ανταπόκριση των τοπικών προκρίτων και του κλήρου. Ο Κωνσταντής ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν στην Μάνη για να παραθέσουν τα όπλα τους στον κοινό αγώνα για την ανεξαρτησία. Όταν στις αρχές του 1770 αφίχθη στο Οίτυλο της Μάνης η δεύτερη ρωσική ναυτική μοίρα με επικεφαλής τον Θεόδωρο Ορλόφ και τον ναύαρχο Σπυριδόφ, ο Κωνσταντής ήδη βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Τούρκους της Μάνης. Η σύζυγός του, Ζαμπία ή Ζαμπέτα (το γένος Κωτσάκη), κρυβόταν στο βουνό για λόγους ασφαλείας. Ουσιαστικά αυτός ήταν ο λόγος που ο γιος του, Θεόδωρος, γεννήθηκε κατ' αυτόν τον άβολο και οδυνηρό τρόπο (μολονότι το να γεννούν οι γυναίκες στις ερημιές εκείνη την εποχή δεν ήταν και τόσο ασύνηθες).

Ο ερχομός των "Μοσχόβων", του "ξανθού γένους", όπως αποκαλούσαν τους Ρώσους, είχε αναθαρρέψει τι ελπίδες του υπόδουλου γένους και οι κληρικοί έτρεχαν να τους προϋπαντήσουν με εικονίσματα και σταυρούς στα χέρια, διακηρύσσοντας πως είχε φτάσει η ώρα που ο Θεός θα ελευθέρωνε το χριστιανικό βασίλειο των Ελλήνων και θα αναβίωνε το θρυλικό Βυζάντιο! Η αποτυχία εκείνης της πρόωρης επανάστασης έμελλε να σημαδέψει βαθιά την ζωή του Θεόδωρου. Ο πατέρας του συνέχισε τον πόλεμο για 10 ολόκληρα χρόνια, ώσπου το 1780 φονεύθηκε σε συμπλοκή με δυνάμεις του πασά Χασάν Τζεζαερλή, κατά την πολιορκία των πύργων της Καστάνιτσας. Μαζί του σκοτώθηκαν και δυο από τους αδελφούς του, όπως επίσης ο Κλέφτης Παναγιώταρος με πολλούς ακόμη πατριώτες. Ο Αναγνώστης επέζησε και φρόντισε για την ασφάλεια της χήρας του αδερφού του και των δύο ορφανών (τα άλλα τέσσερα παιδιά πέθαναν), φυγαδεύοντάς τους στο χωριό Μηλιά της Μάνης, όπου έμειναν τρία χρόνια. Κατόπιν πήγαν στην Αλωνίσταινα της Μαντινείας, στα Σαμπάζικα, από όπου κρατούσε η καταγωγή της μητέρας του Θεόδωρου.

ΠΡΩΤΟΠΑΛΙΚΑΡΟ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ - ΖΑΧΑΡΙΑ

Τα χρόνια που ήρθαν ήταν γεμάτα φόβο και υποψίες. Η οικογένεια έπρεπε να φυλάγεται, κρυβόταν συνέχεια, "στεκόταν στο πόδι, πλάγιαζε με το μάτι ανοιχτό και τ' αφτί στο πορτί." Οι Τούρκοι ποτέ δεν λησμόνησαν το όνομα Κολοκοτρώνης. Σε ηλικία 15 ετών ο Θεόδωρος έγινε Αρματολός, μα σύντομα βγήκε Κλέφτης στο βουνό.

Το 1790, σε ηλικία 20 ετών, νυμφεύθηκε την Αικατερίνη Καρούζου, κόρη προεστού του Λεονταρίου. Από τον γάμο τους γεννήθηκαν 3 αγόρια (ο Πάνος, που σκοτώθηκε το 1825, ο Γιάννης ο Γενναίος και ο Κωνσταντίνος) και 3 κορίτσια, τα οποία φρόντισε να παντρέψει νωρίς, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής. Είχε ήδη αποκτήσει την δική του κλέφτικη ομάδα, που γρήγορα έγινε τρόμος των Τούρκων και "κακό σπυρί" των Κοτζαμπάσηδων της Πελοποννήσου. Χτυπούσε κι αμέσως κρυβόταν στα "απάτητα", προκαλώντας το τρελό μίσος των εχθρών του. Δυο χρόνια έμεινε Κλέφτης, κατά την διάρκεια των οποίων διακρίθηκε για την ανδρεία του και ονομάστηκε πρωτοπαλίκαρο του καπετάν Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Τις πρώτες σημαντικές μάχες τις έδωσε στο πλευρό του Ανδρούτσου (πατέρα του Οδυσσέα), τον οποίο μάλιστα βοήθησε να διαφύγει στην Στερεά Ελλάδα, όταν σε κάποια φάση το 1792 κινδύνεψε η ζωή του. Κατόπιν, χρίστηκε "τέσσερις πέντε χρόνους Αρματολός", έχοντας στην επίβλεψή του το Λεοντάρι και την Καρύταινα.

Από τον πρώτο κιόλας καιρό ο Θεόδωρος ξεχώρισε για την ευφυΐα του στην στρατηγική και την ωριμότητα κατά την λήψη των αποφάσεων. Έχαιρε όχι μόνο της αποδοχής των ανδρών του, αλλά και της εκτίμησης των παλαιότερων οπλαρχηγών και των κατοίκων των χωριών που τύγχανε να τον γνωρίζουν. Στο άκουσμά του ακόμη και οι πιο υποτακτικοί ξεσπάθωναν. Οι Τούρκοι, που στο μεταξύ είχαν βάλει σκοπό να αφανίσουν τους αντάρτες των βουνών, ορκίστηκαν να "χαλάσουν" τους Κολοκοτρωναίους. Προς τούτο προσέγγισαν τους Κοτζαμπάσηδες (που έβλεπαν με φθόνο την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος, γιατί μια τυχόν επιτυχία του θα διακινδύνευε τα προνόμιά τους) και κατάφεραν να εξαγοράσουν αρκετούς.



Πίνακας του Διονυσίου Τσόκου, όπου αναπαρίσταται όρκος αγωνιστή στα ιδανικά της Φιλικής Εταιρίας (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)


Το 1802 ο Βοεβόδας (διοικητής) της Πάτρας έστειλε φιρμάνι στους προεστούς και τους Κοτζαμπάσηδες να δολοφονήσουν τον Κολοκοτρώνη και τον αγωνιστή πατριώτη Νικόλαο Πετιμεζά. Τον τελευταίο ήδη τον είχε "στριμώξει" ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, γιός του προεστού των Καλαβρύτων, ενώ ο ισχυρός πρόκριτος της Γορτυνίας, Ιωάννης Δεληγιάννης, όρκισε δυο προεστούς να δολοφονήσουν τον πρώτο. Μετά από καταγγελία του Δεληγιάννη, τον Σεπτέμβριο του 1803, ότι ο Κολοκοτρώνης είναι Αρματολός, οι Τούρκοι αρμάτωσαν 400 άνδρες τους και τον Μάρτιο του 1804 προσπάθησαν να αποκλείσουν τους Κολοκοτρωναίους σε κάποιο χωριό. Μετά από μάχη δύο ημερών αυτοί κατάφεραν να διαφύγουν κάνοντας έξοδο. Τόπο δεν είχαν να σταθούν. Έτσι κατέφυγαν στην Τσακωνία ζητώντας βοήθεια από τους εκεί προεστούς, αλλά αυτοί απάντησαν πως "για τα τομάρια σας έχουμε μόνο βόλια!" Ακολούθησε μακελειό. Οι Κολοκοτρωναίοι κατέσφαξαν τους προεστούς και όσους είχαν ταχθεί με το μέρος τους. Κάποιοι που κατάφεραν να σωθούν διέφυγαν στην Τρίπολη, καταγγέλλοντας τα συμβάντα στον Τούρκο διοικητή. Αυτός προθυμοποιήθηκε να συγκεντρώσει ένα ισχυρό σώμα εκστρατείας και να ριχτεί στο κυνήγι των επαναστατών.

ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ

Το 1805 ο Κολοκοτρώνης αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ζάκυνθο, όπως και πολλοί Ρουμελιώτες, Σουλιώτες και συμπατριώτες του Πελοποννήσιοι. Κάποια στιγμή οι Έλληνες πατριώτες θεώρησαν σκόπιμο να απευθύνουν έκκληση βοηθείας προς τον τσάρο Αλέξανδρο, αλλά η Αγία Πετρούπολη απέφυγε να δεσμευτεί και αντιπρότεινε την κατάταξή τους στον Ρωσικό Στρατό με σκοπό να μεταφερθούν στην Ιταλία και να πολεμήσουν εναντίον του Ναπολέοντα. Κάποιοι πείστηκαν και πήγαν πράγματι στην Νάπολη. Ο Κολοκοτρώνης φυσικά αρνήθηκε.

Απογοητευμένος, το 1806 επέστρεψε στην Πελοπόννησο, ακριβώς στην κρισιμότερη περίοδο των τουρκικών βιαιοτήτων κατά των επαναστατημένων πατριωτών, ιδίως των Κλεφτών και των Κολοκοτρωναίων (τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς είχε βγει διάταγμα δίωξής του). Η πίεση του Σουλτάνου είχε εξαναγκάσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη να αφορίσει τους αγωνιστές, προσδίδοντας στην προδοτική στάση των προεστών μιαν επίφαση νομιμότητας και εθνικοφροσύνης. Πολλοί Κολοκοτρωναίοι βρήκαν τότε τραγικό θάνατο, αλλά και παλιοί σύντροφοι του βουνού, όπως ο Πετιμεζάς και ο Ζαχαριάς. Συγκεντρωμένοι γύρω από τον Θεόδωρο, οι 150 περίπου εναπομείναντες Κολοκοτρωναίοι ορκίστηκαν "καλή αντάμωση στον άλλο κόσμο" και χωρίστηκαν σε ομάδες διαφυγής. Ο Θεόδωρος απέμεινε με 19 συγγενείς του κι έναν ονόματι καπετάν Γιώργη. Ήταν οι μόνοι που τελικά σώθηκαν. Μετά από δραματική καταδίωξη από τους Τούρκους και τους Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, πέρασαν από την Λακωνία στα ρωσοκρατούμενα Κύθηρα, με ενδιάμεση στάση στην Ελαφόνησο λόγω κακοκαιρίας. Από εκεί έφτασε στην Ζάκυνθο, όπου ήρθε σε επαφή με τον στρατηγό του Ρωσικού Στρατού Παπαδόπουλο. Για άλλη μια φορά αρνήθηκε να ενταχθεί στις τσαρικές δυνάμεις, υποστηρίζοντας πως σκοπός του ήταν η επιστροφή στον Μοριά για να εκδικηθεί τον χαμό των συγγενών και φίλων του.



Οι Μαμελούκοι Τούρκοι υπήρξαν ο πυρήνας του Αιγυπτιακού Στρατού την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Ο Ιμπραήμ, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, αποβιβάστηκε με χιλιάδες από αυτούς στην Πελοπόννησο προκειμένου να καταπνίξει την επανάσταση (πίνακας του L. Dupré)


Το καλοκαίρι του 1807 παρευρέθη στην σύσκεψη, που έλαβε χώρα στην Λευκάδα υπό τον Ιωάννη Καποδίστρια προκειμένου να αποφασιστεί η στάση ων Ελλήνων έναντι της απειλής των Ιονίων νησιών από τον Αλή πασά. Την ίδια χρονιά, όταν η ναυτική ρωσική μοίρα υπό τον ναύαρχο Σενιάβιν αναχώρησε από την Κέρκυρα με σκοπό την υποκίνηση εξέγερσης των νησιών του Αιγαίου εναντίον των Τούρκων, ο Κολοκοτρώνης για διάστημα 10 μηνών δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή μεταξύ Σκιάθου και Αγίου Όρους με το πλοίο του Γεωργίου Αλεξανδρή. Την άνοιξη του 1808, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Τουρκαλβανού πατρικού φίλου του, Αλή Φαρμάκη, να συνδράμει στον αγώνα εναντίον του διοικητή της Πελοποννήσου, Βελή πασά. Κατόπιν επέστρεψε στην Ζάκυνθο και κατατάχθηκε στο ελληνικό στρατιωτικό σώμα, που με παρακίνηση και επίβλεψη των Άγγλων είχε οργανωθεί για την αντιμετώπιση των Γάλλων. Κατόρθωσε να φτάσει μέχρι τον βαθμό του ταγματάρχη (για τον λόγο αυτό συχνά απεικονίζεται με την χαρακτηριστική περικεφαλαία των Άγγλων αξιωματικών με τον λευκό σταυρό), υπηρετώντας στο σώμα μέχρι την διάλυσή του (1817). Στο διάστημα αυτό απεκόμισε σημαντική πείρα στις πολεμικές επιχειρήσεις, καταλήγοντας ταυτόχρονα στο συμπέρασμα πως η Ελλάδα θα έπρεπε μόνη να κερδίσει την ελευθερία της, δίχως να υπολογίζει στην βοήθεια καμιάς ξένης δύναμης.

ΣΤΗΝ ΦΩΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ: Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Την 1η Δεκεμβρίου 1818 πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου η σεμνή τελετή μύησης του Κολοκοτρώνη στην Φιλική Εταιρία. Κατόπιν ο Κολοκοτρώνης συναντήθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια στην Κέρκυρα και συνομίλησε μαζί του για θέματα της επανάστασης. Ο μελλοντικός κυβερνήτης της Ελλάδας γνώριζε για αυτήν πολύ πριν ο Εμμανουήλ Ξάνθος τον επισκεφθεί στην Πετρούπολη για να τού προσφέρει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρίας. Στα τέλη του 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ειδοποίησε τον Κολοκοτρώνη να βρίσκεται σε ετοιμότητα. Η αποφασιστική μέρα ήταν η 25η Μαρτίου.

Στις 6 Ιανουαρίου 1821 η κινητοποίηση στην Μάνη έγινε εντονότερη, αλλά ακόμη οι διαφορές που κατέτρωγαν τα "μεγάλα τζάκια" δεν είχαν ξεπεραστεί. Ο Κολοκοτρώνης φρόντισε να μονιάσει τις οικογένειες και κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του ονομαστές προσωπικότητες, όπως ο Μούρτζινος, ο Νικηταράς, ο Παπαφλέσσας, ο Ανανγωσταράς, ο Παπαφλέσσας, οι Καπετανάκηδες και οι Κουμουνδούροι. Στις 22 Μαρτίου αυτός και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης τέθηκαν επικεφαλής ομάδας 2.000 ενόπλων και επιτέθηκαν στην τουρκική φρουρά της Καλαμάτας. Την επόμενη μέρα η απελευθερωμένη πόλη ύψωνε την σημαία της επανάστασης. Στις 24 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης και ο Παπαφλέσσας έφτασαν στην Σκάλα Αρκαδίας, όπου προσπάθησαν να εμψυχώσουν τους ντόπιους, αναφερόμενοι στην ηρωική καταγωγή των Ελλήνων και στο θέλημα του Θεού για μια ελεύθερη Ελλάδα. Υποσχέθηκαν μάλιστα ότι μέσα στις επόμενες μέρες οι ίδιοι θα ενίσχυαν τις προσπάθειές τους με 10.000 μαχητές! Ακόμη και οι πλέον διστακτικοί τότε εντάχθηκαν στο πλευρό τους και πήραν τα άρματα.



Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε, μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων διορίστηκε Βαλής (διοικητής) Πελοποννήσου το 1820. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε (λιθογραφία του Bouvier)



Η άμεση αντίδραση των Τούρκων ήταν να ενισχύσουν τα κάστρα στα παράλια της Πελοποννήσου, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα ενίσχυσης των επαναστατών με απόβαση ξένου στρατού (πιθανόν της Ρωσίας) ή άλλων Ελλήνων από την Ρούμελη και τα νησιά. Οι οπλαρχηγοί υποστήριξαν την άποψη να χτυπήσουν αυτά τα φρούρια (π.χ. της Πάτρας, του Νεοκάστρου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου), αλλά ο Κολοκοτρώνης πρότεινε την άλωση της Τρίπολης ως ενδεδειγμένη επόμενη κίνηση. Τα παράκτια κάστρα, εξήγησε, βρίσκονταν σε τοποθεσίες δύσβατες και διέθεταν ισχυρές οχυρώσεις, ώστε η ελληνική πλευρά θα αναγκαζόταν να χύσει πολύ αίμα σε αλλεπάλληλες μετωπικές εφόδους -και πάλι η κατάληψή τους ήταν αμφίβολη. Αντίθετα, η "Τριπολιτσά" ήταν το σημαντικότερο διοικητικό κέντρο του εχθρού και ορμητήριό του. Η πτώση της θα ήταν σωστή συμφορά για τους Τούρκους, ακόμη και για λόγους ψυχολογικούς. Όλοι συμφώνησαν και ο Κολοκοτρώνης όρισε την διάταξη του στρατοπέδου των πολιορκητών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην οχύρωσή του, φοβούμενος επέμβαση των Τούρκων από άλλα μέρη της χώρας για βοήθεια.

Πράγματι, ο Χουρσίτ πασάς, που την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Ήπειρο για την καταστολή της εξέγερσης του Αλή πασά εναντίον της Πύλης, απέσπασε μια σημαντική δύναμη και την έστειλε στην Πελοπόννησο με επικεφαλής τον Μουσταφά πασά. Αυτός κατέκαψε την Βοστίτσα Αχαΐας, προχώρησε προς την Ακροκόρινθο και διέλυσε τους Έλληνες πολιορκητές του κάστρου και μέσω του Άργους κατευθύνθηκε προς Τρίπολη. Μπήκε στην πόλη στις 6 Μαΐου, αναγκάζοντας τον Κολοκοτρώνη να οχυρωθεί στο Βαλτέτσι, από όπου αντιμετώπισε επιτυχώς όλες τις προσπάθειες εξόδου των έγκλειστων Τούρκων. Μετά από πολιορκία 6 μηνών, η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου. Οι επαναστάτες προέβησαν σε πράξεις αντεκδίκησης κατά του άμαχου τουρκικού πληθυσμού, αλλά ο Κολοκοτρώνης μπόρεσε να τους συγκρατήσει σώζοντας κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή τους Αλβανούς υπερασπιστές από καθολική σφαγή. Φάνηκε τότε το ηθικό μεγαλείο του ηγέτη.




Ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης καταγόταν από την Δράμα, από την οποία έλαβε και το όνομα. Κατά την διάρκεια της θητείας του ως πασάς της Λάρισας πολέμησε εναντίον των αρματολών της περιοχής του και αργότερα κατά του Αλή πασά. Υπήρξε αρκετά ριψοκίνδυνος και διέθετε φαντασία στην στρατηγική, αλλά στερείτο άλλων ουσιαστικότερων ικανοτήτων, ώστε στην Πελοπόννησο δεν μπόρεσε να καταστείλει την επανάσταση.


Μετά από αυτήν την πρώτη σημαντική νίκη οι έριδες μεταξύ προκρίτων και στρατιωτικών, που από τα πρώτα κιόλας βήματα της επανάστασης δοκίμαζαν την τύχη της, αναζωπυρώθηκαν. Στις αρχές Ιουνίου έφτασε στην Πελοπόννησο ο Δημήτριος Υψηλάντης με σκοπό την πολιτική οργάνωση του αγώνα. Οι πρόκριτοι αντέδρασαν προς τις απόψεις του, εξαιτίας κυρίως του περιορισμού των προνομίων τους που αυτές συνεπάγονταν, ενώ ο Κολοκοτρώνης με τους περισσότερους στρατιωτικούς τις αποδέχθηκαν. Ο ίδιος μεσολάβησε επιτυχώς στο να αποτραπεί μια ολέθρια για την επανάσταση σύγκρουση μεταξύ προκρίτων και Υψηλάντη, αλλά δεν κατάφερε να αποτινάξει από πάνω του τον φθόνο που έτρεφαν για αυτόν τον ίδιο. Όταν πρότεινε την επανάληψη της πολιορκίας της Πάτρας, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Ανδρέας Ζαΐμης δεν τον υποστήριξαν. Τελικά το Πολεμικό Συμβούλιο ενέκρινε την εισήγησή του, αλλά στην κρίσιμη φάση δεν τον υποστήριξε με ενισχύσεις, αφήνοντάς τον με 600 περίπου άνδρες. Έτσι, στις 23 Ιουνίου 1822 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια και να αποσυρθεί στην Γαστούνη. Έπρεπε να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του για να αντιμετωπισθεί ο νέος κίνδυνος από την άφιξη του Δράμαλη.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ

Στις αρχές Ιουλίου 1822, μετά από επιτυχή πορεία στην Ρούμελη, ο Δράμαλης καθηλώθηκε στην Κόρινθο. Ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη στο συμβούλιο των οπλαρχηγών της 10ης Ιουλίου στον Αχλαδόκαμπο, Οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα βασικά περάσματα στην Αργολίδα, ακινητοποιώντας ουσιαστικά τις ισχυρές δυνάμεις του εχθρού. Η προσπάθεια του Δράμαλη να προελάσει προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου ναυάγησε στα Δερβενάκια στις 26 Ιουλίου 1822, όπου η στρατιά του αποδεκατίστηκε. Σε επίπεδο στρατηγικής, η ελληνική νίκη οφειλόταν καθαρά στην αξία κρίση του Κολοκοτρώνη, που πλέον ονομάστηκε αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.

Κατόπιν ο Κολοκοτρώνης έστρεψε την προσοχή του σε άλλα σημεία του αγώνα, καθώς οι εσωτερικές αντιθέσεις των Ελλήνων έπαιρναν ανησυχητικές διαστάσεις. Προκειμένου να αποφευχθεί εμφύλιος πόλεμος, αποδέχθηκε την θέση του αντιπροέδρου του εκτελεστικού σώματος με πρόεδρο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και γενικό γραμματέα τον αντίπαλό του, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Τελικά το κακό δεν αποφεύχθηκε. Οι Κοτζαμπάσηδες και οι νησιώτες, ιδίως οι Υδραίοι, βρέθηκαν απέναντί του. Στις 13 Νοεμβρίου 1824 οι πολιτικοί αντίπαλοι του Κολοκοτρώνη οργάνωσαν την δολοφονία του γιου του, Πάνου, συζύγου της κόρης της Μπουμπουλίνας. Ο Θεόδωρος φυλακίζεται από τους συμπατριώτες του στην Ύδρα.



Έφιππος, αγέρωχος, με την αυτοπεποίθηση του γνώστη των στρατηγικών τεχνασμάτων του εχθρού, ο Κολοκοτρώνης οδηγεί τους αγωνιστές στην μάχη (πίνακας του Ν. Βαρβέρη, συλλογή Κουτλίδη)

Προκειμένου να αντιμετωπίσει την επανάσταση, ο σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης ζήτησε βοήθεια από τον πασά της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλί. Αυτός ανταποκρίθηκε στέλνοντας ισχυρές δυνάμεις με επικεφαλής τον γιο του, Ιμπραήμ πασά. Τον Φεβρουάριο του 1825 τα αιγυπτιακά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Μεθώνη και κατευθύνθηκαν προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Στις 18 Μαΐου η ελληνική κυβέρνηση, που για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ είχε διορίσει αρχιστράτηγο τον Υδραίο ναυτικό Κυριάκο Σκούρτη, ύστερα από τις επιτυχίες του εχθρού υποχρεώθηκε να χορηγήσει αμνηστία στον Κολοκοτρώνη και να αναθέσει σε αυτόν και στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη την αρχηγία των ελληνικών δυνάμεων. Σε συνεργασία με τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον Μακρυγιάννη και άλλους καπεταναίους, συγκεντρώθηκαν 6.000 άνδρες και με τον Κολοκοτρώνη στην αρχηγία προσπάθησαν μάταια να αναχαιτίσουν τον υπέρτερο σε αριθμό και οπλισμό εισβολέα. Μέχρι το φθινόπωρο οι ελεύθερες περιοχές της Πελοποννήσου ήταν ελάχιστες και το ηθικό των Ελλήνων καταρρακωμένο. Η επανάσταση σώθηκε τότε χάρη στο ψυχικό σθένος του Κολοκοτρώνη. Όταν ο Ιμπραήμ κάλεσε του Μεσσήνιους σε "προσκύνημα", αυτός του απάντησε: " Πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνούμε. Μόνον ένας Έλληνας να μείνει εμείς θα πολεμούμε και μην ελπίζεις πώς την γην μας θα την κάμεις δικήν σου". Μέχρι την λήξη του αγώνα ο Κολοκοτρώνης συνέχισε τον κλεφτοπόλεμο με τον Ιμπραήμ, ο οποίος ηττήθηκε τελικά στην ναυμαχία του Ναβαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827) από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης.


Η μάχη στα στενά των Δερβενακίων, όπου η στρατηγική ευφυΐα του Κολοκοτρώνη και ο ηρωισμός του Νικηταρά χάρισαν στα ελληνικά όπλα μια λαμπρή νίκη (πίνακας του Θ. Βρυζάκη, συλλογή Κουτλίδη)


ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ: ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΑΝΤΙΔΡΑ

Ο Κολοκοτρώνης, παρά το ότι είχε λάβει στοιχειώδη μόνο παιδεία, διέθετε βαθύ πολιτικό ένστικτο και κριτική σκέψη. Πολλές αποφάσεις της Τρίτης Εθνοσυνέλευσης του 1826 - 1827 (αρχικά στην Ερμιόνη και κατόπιν στην Τροιζήνα) είχαν την δική του σφραγίδα. Στήριξε την εκλογή του Καποδίστρια και συνέχισε να είναι με το μέρος του ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές του, όταν η αντιπολίτευση είχε στρέψει εναντίον του τα πιο φαρμακερά της βέλη. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, οι Κολοκοτρώνης, Ανδρέας Μεταξάς, Ιωάννης Κωλέττης, Ανδρέας Ζαΐμης και Δημήτρης Μπουντούρης ορίστηκαν από την Εθνική Συνέλευση ως κυβερνητική ομάδα της χώρας μέχρι την άφιξη του Όθωνα. Αλλά ο Κολοκοτρώνης παραιτήθηκε σχεδόν αμέσως λόγω διαφωνιών του με τον Κωλέττη.



Ο στρατός του Δράμαλη στην πεδιάδα του Άργους. Φαίνονται τα χαρακτηριστικά εμβλήματα του πασά, οι τρεις δηλαδή ιππούριδες στα κοντάρια με την ημισέληνο (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)


Παρά τον αρχικό του ενθουσιασμό για την άφιξη του Όθωνα, σύντομα απογοητεύτηκε από την άστοχη διακυβέρνηση της Αντιβασιλείας (ο Όθων ανήλθε στον θρόνο ανήλικος), δηλαδή των Βαυαρών αριστοκρατών της Αυλής του, ώστε άρχισε εναντίον τους σκληρή κριτική. Ως αποτέλεσμα της στάσης του ήταν η καταδίκη του σε θάνατο με βασικό κατηγορητήριο την συμμετοχή δήθεν σε συνωμοσία κατά της Αντιβασιλείας. Η αλήθεια ήταν πως ο Κολοκοτρώνης είχε απευθύνει επιστολή ανησυχίας στον υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσίας, Νέσελροντ. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1833 συνελήφθησαν για τον ίδιο λόγο, εκτός από τον ίδιο, οι Δημήτριος Πλαπούτας, Θεόδωρος Γρίβας και άλλοι πατριώτες, αλλά στην τελική φάση μόνο ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας θεωρήθηκαν προδότες. Τους έκλεισαν επί σειρά μηνών στις φυλακές Ιτς Καλέ του Ναυπλίου, σε αυστηρή απομόνωση, και όταν πραγματοποιήθηκε η δίκη -μια παρωδία με χρήση δεκάδων ψευδομαρτύρων- κανέναν στοιχείο ενοχής τους δεν βρέθηκε. Παρ' όλα αυτά, στις 25 Μαΐου 1834 καταδικάστηκαν σε θάνατο, όμως ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αναστάσιος Πολυζωίδης, και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση. Υπό την πίεση της αγανάκτησης του ελληνικού λαού και την ευαισθησία του Όθωνα η ποινή και των δύο μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη.


Όταν ο νεαρός βασιλιάς ενηλικιώθηκε απένειμε χάρη στον κλονισμένο ηγέτη της επανάστασης, τον ονόμασε αντιστράτηγο και τον διόρισε Σύμβουλο της Επικρατείας. Ο περίφημος Γέρος του Μοριά έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Αθήνα, στο ιδιόκτητο σπίτι του στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Αυτήν την περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματα του, που εκδόθηκαν το 1846 με τίτλο "Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836", και αποτελούν μια από τις σημαντικότερες πηγές της ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης του '21, γιατί εκθέτουν τα γεγονότα χωρίς εμπάθειες και υστεροβουλίες. Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843, μετά το γλέντι για τον γάμο του μικρού του γιου. Η πατρίδα αναμφίβολα χρωστά ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον μεγάλο άνδρα, του οποίου η δράση υπήρξε ευλογία για τα ελληνικά όπλα και ο εμψυχωτικός ρόλος του στις δύσκολες στιγμές του αγώνα καταλυτικός.

_______________________

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 24, τον Μάρτιο - Απρίλιο του 2008