FREIKORPS


Οι παρακρατικοί ένοπλοι, που κατάφεραν να πνίξουν την
επανάσταση των “Σπαρτακιστών” στο αίμα και να
σχηματίσουν τους πρώτους πυρήνες των Ταγμάτων Εφόδου,
συντελώντας στην θεμελίωση του ναζιστικού καθεστώτος


Ιανουάριος 1919: Μέλη των freikorps εν δράσει, στους δρόμους του Βερολίνου.
Μια καθημερινή εικόνα εκείνη την ταραγμένη εποχή.


Η συμφορά

Το 1918 η Αυτοκρατορική Γερμανία διέρχεται μιας σοβαρότατης κρίσης σε στρατιωτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Παρά τις προσδοκίες της για έναν σύντομο νικηφόρο πόλεμο, οι φονικές μάχες ακόμη σπαράζουν την καρδιά της Ευρώπης, καθηλώνοντας χιλιάδες στρατιωτών στα μισητά χαρακώματα. Μετά τις πολύνεκρες μάχες του Απριλίου και την αποτυχία της μεγάλης επίθεσης του Μάρνη στα τέλη Ιουλίου, η ηγεσία του Γερμανικού Επιτελείου αντιλαμβάνεται πλέον πως ο πόλεμος έχει χαθεί και προετοιμάζεται σιωπηρά για την διαπραγμάτευση των όρων της ειρήνης.

Μα ο στρατός δεν έχει ολοκληρωτικά ηττηθεί. Αμύνεται σθεναρά, κρατώντας τον πόλεμο μακριά από τα σύνορα της πατρίδας του. Έχοντας μάλιστα νικήσει τους Ρώσους στην ανατολή και υποχρεώνοντάς τους στην επονείδιστη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918), ο πονοκέφαλος των δυνάμεων της Αντάντ επιδεινώνεται, αφού οι αποδεσμευμένες πια ανατολικές μεραρχίες των Γερμανών τοποθετούνται στο δυτικό μέτωπο. Αλλά η αποτυχία του υποβρυχιακού πολέμου της προηγούμενης χρονιάς, με τον οποίο ελπίζουν να εξαναγκάσουν την Αγγλία σε ανακωχή και να αποθαρρύνουν την επέμβαση των Αμερικανών, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στην εύθραυστη αισιοδοξία του Γενικού Επιτελείου.


Νοέμβριος 1918: Γερμανοί στρατιώτες επιστρέφουν από το μέτωπο
στο Βερολίνο, κάτω από βλέμματα συμπαθείας του λαού.
Για πολλούς από αυτούς οι περιπέτειες δεν θα σταματήσουν εδώ.



Στην διάρκεια του πολέμου, η Δεξιά προπαγάνδα εργαζόταν με ζήλο πάνω στον απατηλό καμβά του μύθου σχετικά με την “αταξική κοινωνία” των χαρακωμάτων. Οι φιλόδοξοι οπαδοί της μεγαλόπνοης πολιτικής του Κάϊσερ, οι εύπιστοι διανοούμενοι και οι θερμοκέφαλοι Πρώσοι αριστοκράτες στρατιωτικοί αρέσκονταν να φαντασιώνονται εξιδανικευμένες σχέσεις συντροφικότητας μεταξύ των συμπολεμιστών της πρώτης γραμμής, θεωρώντας τες αποτέλεσμα των κοινών μακροχρόνιων εμπειριών και κινδύνων. Δεν είναι απίθανο να συνέβαινε κάτι τέτοιο στις αρχές του πολέμου, όταν ακόμη η εύρωστη Reichswehr θριάμβευε. Μα στα τέλη του 1918, οι μαχητές οπωσδήποτε αισθάνονται διαφορετικά. Στον αριθμό αυτών που λίγο πριν την λήξη των εχθροπραξιών έσπευσαν να καταταγούν στα Freikorsps, θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε τον εξίσου σημαντικό αριθμό των μελών των αντιπολεμικών οργανώσεων, όπως η “Ένωση Αναπήρων Πολέμου”, η“Βετεράνοι του Πολέμου” κ.ά. Η επακόλουθη διαίρεση του λαού αντικατοπτρίζει τις διαφορετικότητες των εμπειριών και των αντιλήψεων των πολεμιστών, που σαφώς ενίσχυσαν το χάσμα μεταξύ των αντικρουόμενων πολιτικών ομάδων.


Ένοπλοι Σπαρτακιστές σε πορεία, στο κέντρο του Βερολίνου.
Σύντομα θα αποδειχθεί ότι ο ενθουσιασμός δεν αρκεί,
ώστε να θεωρηθεί επιτυχής μια επανάσταση.



Επιπλέον, η επιμονή του Επιτελείου σ’ έναν αμυντικό πόλεμο φθοράς του αντιπάλου αντιτίθεται στην γενική επιθυμία για ειρήνη. Το εξαντλημένο από τις μακροχρόνιες μάχες, στράτευμα έχει απολέσει την πίστη του στους Στρατάρχες, που πλέον αποδεικνύονται ανίκανοι να εξαργυρώσουν τον ποταμό αίματος με μια λαμπρή νίκη. Οι ελπίδες που στηρίχτηκαν στον οίκο των Χοχεντσόλερν (Hohenzollern) εξανεμίζονται κάτω από τον όλεθρο των βλημάτων και τον ενθουσιασμό των πρώτων νικών διαδέχεται ο τρόμος και η αβεβαιότητα για την ίδια την ύπαρξη. Οι αυταπάτες, που δημιούργησαν τα οράματα του Βίσμαρκ για μια δεσπόζουσα Γερμανία επί των “υπανθρώπων” (Untermenschen) της Ανατολής αποτελούν παρελθόν, αφού ο Γερμανός στρατιώτης δεν είναι πια πρόθυμος να πολεμάει για την δόξα των Πρώσων αριστοκρατών αξιωματικών και το μεγαλείο του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Συναισθάνεται το καταστροφικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η πατρίδα και προφασίζεται δικαιολογίες για να επιστρέψει σπίτι του. Πολλοί αυτοτραυματίζονται, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν λίγες μέρες “ανάρρωσης” σε κάποιο νοσοκομείο των μετόπισθεν. Άλλοι λιποτακτούν και παραδίνονται στα συμμαχικά στρατεύματα, που τώρα επελαύνουν ταχύτατα προς τον Ρήνο. Οι πεδιάδες της Καμπανίας και της Φλάνδρας, όπου οι νεοκαταταχθέντες νεαροί του 1914 οραματίζονταν μια ένδοξη νίκη, γίνεται ο τάφος χιλιάδων Γερμανών, την στιγμή που το Γενικό Επιτελείο και η ελίτ των αριστοκρατών του στρατού, εκτιμώντας με υπερβάλλουσα αισιοδοξία την απέλπιδα κατάσταση, πασχίζουν να περισώσουν το γόητρο και την ακεραιότητα του εξασθενημένου Ράιχ. Στα δυτικά, ορθώ-νεται η απειλή των Συμμάχων, που μόλις και μετά βίας συγκρατούνται από το να ξεχυθούν στις κοιλάδες του Ρουρ και να κατασφάξουν τις ατέλειωτες στρατιές “φαντασμάτων” που επέστρεφαν από τα χαρακώματα του Αρτουά, του Υπρ, του Αρράς και του Βερντέν. Στα ανατολικά, γιγαντώνονται τα πολωνικά κινήματα για την ανεξαρτησία, καθοδηγούμενα από την ατσάλινη πυγμή του Στρατάρχη Πιουσούντσκι (Piłsudski). Στα νότια, η αυτονομιστική τάση των επαρχιών της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης δυναμιτίζει την ενότητα του Ράιχ. Ολόκληρη η Γερμανία, μπροστά σε τούτη τη συμφορά, αγγίζει τα όρια της απόλυτης καταστροφής.


Μέλη του "Σώματος Έρχαρτ" σε περιπολία στην Βίλχελμστράσσε
του Βερολίνου. Όποιον συνελάμβαναν τον εκτελούσαν επί τόπου.



Λαϊκή αντίδραση

Πίσω στην πατρίδα, ο λαός που μέχρι τώρα υπέμενε τα πάνδεινα εξαιτίας των πολεμικών αναγκών, μπροστά στην ολέθρια αυτή κατάσταση επαναστατεί. Η διετία 1915-1916 χαρακτηρίζεται ήδη από αντιδραστικές κινητοποιήσεις, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, που πλήττονταν περισσότερο από έλλειψη τροφίμων και ειδών άμεσης ανάγκης. Το “μαύρο εμπόριο” παίρνει τραγικές διαστάσεις καταστρέφοντας τις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις, την στιγμή που μεγαλοσχήμονες επιχειρηματίες κυκλοφορούν επιδεικτικά με πολυτελείς λιμουζίνες και γούνινα παλτά, εκμεταλλευόμενοι κατά τον πιο ανήθικο τρόπο την ανάγκη των φτωχών συμπολιτών τους. Επιπλέον, έχουν στην οικογένειά τους στρατεύσιμα μέλη που ουδέποτε άγγιξαν όπλο. Η κοινωνική αυτή αδικία, σε συνδυασμό με το σοκ που προκαλεί η καθημερινή θέα των σακατεμένων στο μέτωπο παιδιών του λαού, διογκώνει ακόμη πιο πολύ το μίσος του λαού προς τη νομενκλατούρα και την αριστοκρατία του χρήματος. Το κοινωνικό χάσμα είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα δημιουργήσει τριγμό στα θεμέλια της πολιτείας. Η διαφθορά σε όλους σχεδόν τους τομείς των συνδιαλλαγών με τους δημόσιους λειτουργούς, η γραφειοκρατία, η άρνηση εξυπηρέτησης όσων δεν είχαν τα “μέσα” και τις “γνωριμίες” και η εξόφθαλμα μονόπλευρη προώθηση συμφερόντων των οικονομικά ισχυρών διχάζουν τον λαό σε βαθμό που να απειλείται η εθνική ενότητα. Το κράτος διαρκώς συρ-ρικνώνεται σ’ έναν ιδιοτελή μηχανισμό, που χωρίς κοινά αποδεκτές και αναγνωρισμένες εξουσίες αδυνατεί να επιβάλει το νόμο.

Το 1917 στο δελτίο σίτισης η ημερήσια μερίδα τροφής κατ’ άτομο ορίζεται κάτω από τις 1.000 θερμίδες, την στιγμή που απαιτείται παραπάνω από το διπλάσιο για να επιβιώσει ένας εργαζόμενος στις σκληρές καιρικές συνθήκες του χειμώνα. Ακόμη και το κάρβουνο, τα καύσιμα, τα φάρμακα, το αλεύρι σπανίζουν. Η διανομή κάποιων από αυτά γίνεται επιλεκτικά και σε ελάχιστες ποσότητες, αποκλείοντας ένα μεγάλος μέρος των αστικών πληθυσμών σε όφελος όσων μπορούν να χρηματίσουν τους αρμόδιους. Η συνείδηση, το δημόσιο συμφέρον και η ευημερία του λαού καταντούν έννοιες μη αναγνωρίσιμες. Παντού κυριαρχεί η κενότητα, το ατομικό συμφέρον και η διάθεση για παράνομο πλουτισμό. Οι κοινωνικές εντάσεις οξύνονται, οι πεινασμένες μάζες εφορμούν και λεηλατούν καταστήματα και αποθήκες μαυραγοριτών, οι απεργιακές κινητοποιήσεις διατρέχουν την χώρα από άκρη σε άκρη παραλύοντας κάθε παραγωγική διαδικασία. Η ανεργία, ο πληθωρισμός και η ευτέλιση της ανθρώπινης ζωής γίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της γερμανικής κοινωνίας, που σαστισμένη από την επικείμενη τελική ήττα και τον κίνδυνο μιας στρατιωτικής κατοχής από του Συμμάχους ανασκουμπώνεται και προσπαθεί να επιβιώσει. Οι γυναίκες, ελλείψει αντρικών χεριών, απασχολούνται στην βιομηχανία, στις μεταφορές, στις αγροτικές ασχολίες και γενικά οπουδήποτε μπορούν να χρησιμεύσουν. Οι ουρές στα σημεία διάθεσης τροφίμων ή κάρβουνου επιμηκύνονται ανησυχητικά, η πείνα θερίζει τα αστικά κέντρα και η ύπαιθρος βασανίζεται από “εισβολές” των εξαθλιωμένων αστών. Είναι πράγματι οι καταλληλότερες συνθήκες για να αναπτυχθεί η θεωρία της “πισώπλατης μαχαιριάς” (dolchstoss): οι προδότες Σοσιαλιστές πολιτικοί και οι Εβραίοι κεφαλαιοκράτες φέρουν την ευθύνη για την κατάντια της πατρίδας. Αυτοί οι ίδιοι θα προτάξουν την ιδέα της ανακωχής, την στιγμή που οι στοιχειωμένες ψυχές όσων μάταια χάθηκαν στα χαρακώματα δεν έχουν ακόμη αναπαυθεί.

Τον Νοέμβριο του 1918, η λαϊκή κατακραυγή για τους απαράδεκτα σκληρούς και άδικους όρους της ανακωχής επιβάλλει την παραίτηση του Γουλιέλμου Β΄ από το θρόνο και ο στρατός, συμπορευόμενος με τους εργάτες, τους μικρομεσαίους αστούς και τους μικροκαλλιεργητές της γης, επαναστατεί.


Επιθεώρηση των εθελοντών του Μέρκερ από τον Υπουργό Νόσκε.
Οι άντρες αυτοί αποδείχτηκαν ιδιαίτερα άκαμπτοι και σκληροί
κατά την διάρκεια της "κόκκινης επανάστασης".


Η “Δημοκρατία των Συμβουλίων”

Η επαναστατική κινητοποίηση ξεκίνησε από το Βίλχελμσχάβεν και το Κίελο κατά τα τέλη Οκτωβρίου. Στις 9 Νοεμβρίου φτάνει στο Βερολίνο, με κεντρικό σύνθημα τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Αρκετοί αντιδρούν σε αυτό το ρεύμα ηττοπάθειας. Όταν ανακοινώνεται το αίτημα της Γερμανίας για ανακωχή όλοι συγκλονίζονται, αφού κανείς δεν είναι ψυχολογικά έτοιμος να ενστερνιστεί την υπόθεση της ήττας. Οι κινητοποιημένες μάζες οργανώνονται σε Στρατιωτικά και Εργατικά Συμβούλια, αλλά οι ενέργειες αυτές αποτελούν μόνο την έκφραση ενός ασυντόνιστου και απείθαρχου αυθορμητισμού.

Οι ριζοσπαστικές αλλαγές που επιθυμούν προσανατολίζονται σε μια συνταγματική μοναρχία κι έναν εκδημοκρατισμό των υφιστάμενων θεσμών, όχι σε μια εκ θεμελίων ανατροπή του υπάρχοντος πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό της Δεξιάς, ότι η εξέγερση υποδαυλίστηκε από κομμουνιστές και αντιδραστικούς σοσιαλίζοντες, που τάχα εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα σκοτεινών σιωνιστικών κύκλων και μεγιστάνων της παραοικονομίας. Στην πραγματικότητα ήταν ο απλός λαός που σήκωσε, εξαιτίας της μαζικής δυσαρέσκειας προς τις δυσμενείς για την χώρα εξελίξεις του πολέμου, τις σημαίες της επανάστασης, καθιερώνοντας ένα καθεστώς “Δημοκρατίας των Συμβουλίων” (Räterepublik).

Ασφαλώς, στους κόλπους των εξεγερθέντων υπάρχει και μια μειονότητα ακραίων στοιχείων, που διεκδικούν πλήρη ανατροπή του καθεστώτος και περισσότερο ριζοσπαστικές αναμορφώσεις σε όλο το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό φάσμα (π.χ. κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών, των εργοστασίων και των ορυχείων, εκδημοκρατισμό του στρατού και των κρατικών υπηρεσιών -ακόμη και αλλαγή στο εκλογικό σύστημα). Είναι η περίοδος κλυδωνισμού της μοναρχίας και των παραδοσιακών αριστοκρατικών οικογενειών, που αιώνες τώρα μονοπωλούν το δικαίωμα στην εξουσία. Στις 7 Νοεμβρίου ο οίκος των Βίττελσμπαχ (Wittelsbach), από τον οποίο προέρχονται οι άρχοντες της Βαυαρίας για διάστημα μεγαλύ-τερο των 700 ετών, καταρρέει. Δυο μέρες αργότερα καταρρέει και η δυναστεία του Κάϊζερ. Η κόκκινη σημαία υψώνεται στο παλάτι του στο Βερολίνο, στην θέση της παλαιάς με τα αυτοκρατορικά διακριτικά.


Άνδρες των freikorps οπλισμένοι με φλογοβόλα ετοιμάζονται να επιτεθούν
κατά μιας μονάδας του ναυτικού και μέρους του πληθυσμού του Βερολίνου.


Οι Σοσιαλδημοκράτες, με ηγέτη τον Έμπερτ (Friedrich Ebert), σύντομα ασπάζονται πιο μετριοπαθή τακτική. Εγκαταλείποντας τους υψηλούς τόνους περί κοινωνικών αλλαγών, προσπαθούν να ενσωματώσουν την πράγματι κυρίαρχη δύναμή τους με αυτή των παλαιοκαθεστωτικών και των συντηρητικών, απογοητεύοντας όμως την σκληροπυρηνική πτέρυγα των οπαδών τους. Ο πρωθυπουργός Άισνερ (Kurt Eisner), υποστηρίζοντας σταθερά το σενάριο της άμεσης λήξης του πολέμου, είχε ήδη οδηγήσει το Σοσιαλιστικό Κίνημα σε διάσπαση την προηγούμενη χρονιά (1917), στην προσπάθειά του να εκβιάσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τότε είχε παρακινήσει απεργίες, με σκοπό την βιομηχανική και εξοπλιστική αποδυνάμωση της Γερμανίας. Τώρα, στα τέλη του 1918, η πτέρυγα της οποίας ηγείται εγκαταλείπει την Κυβέρνηση του Βερολίνου και αποχωρεί από το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων του Λαού. Κι όταν, τον Ιανουάριο του 1919, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SPD) προσεγγίζει ανοιχτά την Δεξιά για να κατασταλεί η εξέγερση των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόματος (KPD), ενεργοποιώντας τις δυνάμεις του στρατού (Reichswehr) και των Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps), η ήδη έκρυθμη κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και η επανάσταση καταλήγει σε χάος και αναρχία.

Το Μόναχο βράζει σαν καζάνι μαγισσών. Ο στρατός έχει πάψει να υποστηρίζει τη Μοναρχία, αφήνει τον έλεγχο των στρατώνων στους εξεγερθέντες χωρικούς και τους εργάτες δίχως να προβάλει καμιά απολύτως αντίσταση. Δέχεται τα γεγονότα με την παθητικότητα του κουρασμένου πολεμιστή. Οι περισσότεροι στρατιώτες, πεπεισμένοι για τα ευγενή ιδεώδη της επανάστασης, περνούν στο μπράτσο τους την κόκκινη κορδέλα των Σπαρτακιστών.

Τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου 1918 ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Γ΄εγκαταλείπει οικογενειακά την χώρα, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης κάτω από την ηγεσία του Άισνερ, που τώρα επιδιώκει να συνασπίσει τα δυο αντιτιθέμενα ρεύματα μέσα στην ίδια την Σοσιαλδημοκρατία: του ιδεαλιστές ριζοσπαστικούς (USPD) και τους μετριοπαθείς αντεπαναστάτες (SPD). Γρήγορα αποδεικνύεται ατελέσφορος. Τα οικονομικά του κράτους βρίσκονται σε άθλα κατάσταση, τα κοινωνικά προβλήματα συσσωρεύονται στις εύθραυστες πλάτες του κινήματός του, που μάταια πασχίζει να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στις ρηξικέλευθες ιδεολογικές απόψεις και την αποκαρδιωτική πραγματικότητα: αν δεν κατευνάσει τους αγρότες, υπαναχωρώντας ως προς το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, ο ανεφοδιασμός των αστικών κέντρων από την επαρχία κινδυνεύει να μπλοκαριστεί.


Μόναχο, 28 Απριλίου 1919: τακτικός στρατός και freikorps
καταλαμβάνουν την πόλη, μετά από μάχη τεσσάρων ημερών.


Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1919 το USPD συνθλίβεται. Η αγροτική τάξη δίνει έτσι ένα μάθημα στους φιλόδοξους και αιθεροβάμονες Σοσιαλιστές της συντηρητικής πτέρυγας, που δεν κατάφερναν όλο αυτό το διάστημα να ικανοποιήσουν τις λαϊκές απαιτήσεις για ομαλότητα και κατάπαυση της αναρχίας. Οι κινητοποιήσεις εντείνονται φορτίζοντας επικίνδυνα το πολιτικό κλίμα. Η διασφάλιση των δημοσίων εκδηλώσεων των ριζοσπαστών και των αναρχικών επιτυγχάνεται με “Ερυθροφρουρούς”, που περιπολούν και προπαγανδίζουν ασταμάτητα, διενεργώντας συχνά συμπλοκές με τις δυνάμεις της συντήρησης, δηλαδή τους Σοσιαλιστές της Πλειοψηφίας. Αυτοί, μαζί με τους Κομμουνιστές, αρνούνται την συμμετοχή τους στην “Δημοκρατία των Συμβουλίων”. Οι τελευταίοι μάλιστα την ονομά-ζουν ειρωνικά “δημοκρατία των ψευτοσυμβουλίων” (Scheinräterepublik) και πασχίζουν με κάθε τρόπο να την ανατρέψουν. Η είδηση της δολοφονίας (21/2/1919) του Άισνερ από τον αριστοκράτη φοιτητή και πρώην αξιωματικό Άρκο Βάλεϋ (Graf Anton von Arco-Valley) είχε ήδη πυροδοτήσει την ένοπλη αντιπαράθεση. Τελικά, οι Κομμουνιστές καταφέρνουν να κυριαρχήσουν, έστω και για δύο περίπου εβδομάδες. Ο παλαίμαχος κομμουνιστής Λεβινέ (Eugen Leviné), ηγέτης του νέου Εκτελεστικού Συμβουλίου, διακηρύσσει την δικτατορία του προλεταριάτου για όλη την Βαυαρία. Απέναντί του θα βρει το φοβερό σήμα της λευκής νεκροκεφαλής: τους σκληροτράχηλους και φανατικούς άνδρες των Freikorps.

Η γέννηση των “Freikorps

Με άριστη δεξιοτεχνία, το Γερμανικό Επιτελείο κατάφερε να εκπονήσει ένα σχέδιο επιστροφής των στρατιωτών στην πατρίδα, σώζοντας την τιμή και την ζωή τους. Αυτοί οι αήττητοι στο μέτωπο άνδρες, που αποτελούσαν πια ένα είδος σπάνιου πολεμιστή εξοικειωμένου με την ιδέα του θανάτου και θωρακισμένου με την αδάμαστη θέληση για επιβίωση, είχαν ακλόνητα πειστεί ότι ο πόλεμος χάθηκε εξαιτίας της ανικανότητας των πολιτικών. Μετά από τόσους μήνες στα χαρακώματα, πιθανόν να λησμόνησαν τον λόγο για τον οποίο έχυναν το αίμα τους και ο πόλεμος να αποτελούσε γι’ αυτούς έναν φρικαλέο αυτοσκοπό. Η αστική ζωή, στην οποία καλούνταν τώρα να συνηθίσουν, ασφαλώς φάνταζε πληκτική και ανούσια. Φορτισμένοι από το αίσθημα της εθνικής ντροπής, εύλογα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Στρατηγού Μέρκερ, διοικητή της 214ης Μεραρχίας Πεζικού, όταν ο διορατικός αυτός αξιωματικός αποφάσισε να οργανώσει ένα σώμα επίλεκτων από αυτούς που ακόμη δεν παρουσίαζαν δείγματα πολιτικής “διαφθοράς”. Πρόθεσή του ήταν να συμβάλει αρνητικά στην πλήρη διάλυση του στρατεύματος, ώστε να μπορέσει αργότερα να τα διαθέσει στην υπηρεσία της κυβέρνησης που θα προέκυπτε.


Σκηνή από την άμυνα των "υπερασπιστών" του Βερολίνου.
Τα οδοφράγματα στην συνοικία των εφημερίδων αποτελούνταν
από χοντρούς πάκους δημοσιογραφικού χαρτιού.


Το πρώτο Freikorp σχηματίστηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1918, αφού πρώτα ο Μέρκερ έλαβε την σχετική άδεια. Ονομάστηκε “Σώμα κυνηγών”, είχε δικό του αυστηρό κανονισμό και ένα αρχικό εγχειρίδιο με οδηγίες που αφορούσαν την οργάνωση, την διοίκηση και τους σκοπούς δράσης της ομάδας. Τα κριτήρια επιλογής των μελών ήταν αυστηρότατα. Αυτά εντάχθηκαν σε αρκετές μικρότερες μικτές μονάδες, που τα στελέχη τους προέρχονταν από όλα τα όπλα: πεζικό, πυροβολικό, καταδρομείς, υγειονομικό κ.λ.π. Προβλέπονταν ακόμη και υπηρεσίες επιμελητείας και λογιστικής. Η αυτονομία αυτή εξασφάλιζε μια πληθώρα επιλογών κατά τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν τις ένοπλες κρούσεις και μια σπάνια ελευθερία κινήσεων, που αργότερα θα χαρακτήριζε ολόκληρη την δομή και οργάνωση της Βέρμαχτ, εξασφαλίζοντας γι’ αυτήν σαρωτικές νίκες. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ο Μέρκερ κατάφερε να οργανώσει 3 τέτοια μικτά τάγματα 4.000 ανδρών.

Παρέμενε, ωστόσο, άλυτο το πρόβλημα του εξοπλισμού τους. Οι περισσότερες αποθήκες είχαν κυριευθεί από τους επαναστάτες και φυλάσσονταν με δρακόντεια μέτρα. Κάποιες είχαν λεηλατηθεί από τον λαό. Γιατί και οι επαναστάτες αντιμετώπιζαν επισιτιστικά και εξοπλιστικά προβλήματα. Η αδιαλλαξία και η ανώριμη πρακτική ατέρμονων φιλοσοφικών και θεωρητικών συζητήσεων, άλλωστε, τους είχε καταστήσει μαλθακούς και άτολμους, ώστε να μην μπορέσουν έγκαιρα να οργανώσουν τα θέματα επιμελητείας του κινήματός τους. Αλλά κάποιοι θερμοκέφαλοι, που ευαγγελίζονταν την απόλυτη προσαρμογή στις ιδεολογικές απαιτήσεις της Σοβιετίας και του Μαρξ, εξωθούσαν την όλη κατάσταση στα άκρα. Όταν έφτασαν στο λιμάνι της Βρέμης τα καράβια της αποστολής Χούβερ, που ο εξαθλιωμένος λαός τα περίμενε αγωνιωδώς, οι εργάτες αρνήθηκαν να ξεφορτώσουν το περιεχόμενο. Οι απεργίες στα ανθρακωρυχεία του Ρουρ παρέλυσαν την βιομηχανική παραγωγή, θέτοντας την ζωή των ίδιων των εργατών σε άμεσο κίνδυνο. Από σπάνια καλοτυχία, οι άνδρες του Μέρκερ εντόπισαν μια κατάμεστη ρουχισμού και όπλων αποθήκη εντελώς ανέπαφη. Ακόμη και κανόνια βρέθηκαν για να εξοπλιστούν οι άνδρες του, που τώρα πάνοπλοι ξεκινούν για το στρατόπεδο Τσόσεν, κοντά στο Βερολίνο. Η πρωτεύουσα βρίσκεται ήδη στο έλεος των επαναστατών Ερυθροφρουρών, του μανιασμένου λαού και μιας Μεραρχίας ανδρών του Γερμανικού Ναυτικού, κάτω από τις διαταγές του ναύτη Ντόρεμπαχ (Dorebach).

Το παράδειγμα του Μέρκερ μιμήθηκαν πολλοί ακόμη αξιωματικοί. Ο συνταγματάρχης Ράινχαρντ (Wilhelm Reinhard), άλλοτε διοικητής του 4ου Συντάγματος της Φρουράς, τα Χριστούγεννα του 1918 δημοσίευσε μια αγγελία στις εφημερίδες με σκοπό να συγκεντρώσει τους παλιούς υπαξιωματικούς της μονάδας του. Αργότερα, αυτοί αποτέλεσαν τους πλέον επίμονους στρατολόγους του: για ολόκληρες εβδομάδες επικοινωνούσαν με τους αποστρατευμένους συναδέλφους τους, τους διασκορπισμένους σε όλες τις επαρχίες της ταραγμένης πατρίδας.


Το γενικό στρατηγείο του Νόσκε στο Βερολίνο.
Ο Νόσκε υπήρξε Υπουργός Εθνικής Άμυνας
από το 1919 ως το 1920.


Παράλληλα, μια θύελλα προκηρύξεων ανακαλούσε μνήμες του μετώπου και υπερτόνιζε τον κίνδυνο απώλειας των ανατολικών επαρχιών, υποσχόμενες στους ένθερμους πατριώτες που θα κατατάσσονταν ασφάλεια, τροφή, μισθό και μια ζωή πειθαρχημένη και σύμφωνη προς τις αρετές της “προδομένης” φυλής. Το αποτέλεσμα ήταν ενθουσιαστικό: στις 8 Ιανουαρίου 900 άνδρες είχαν στρατολογηθεί στο Freikorp του Ράινχαρντ, που στο τέλος του ίδιου μήνα έφτασαν τις 2.000! Παρόμοιες επιτυχίες σημείωσε ο Ταγματάρχης Στέφανι και oι Στρατηγοί Χόφμαν, Ρέντερ και Χέλντ. Στα περίχωρα του Βερολίνου τώρα έχουν συνολικά συγκεντρωθεί πάνω από 20.000 άνδρες, με μοναδικό σκοπό την ανακατάληψη της πόλης και την αποδέσμευσή της από τον έλεγχο των κομμουνιστών.

Η κυριαρχία του τρόμου

Ο Σοσιαλιστής Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νόσκε (Gustav Noske), βλέποντας την ολοένα αυξανόμενη ισχύ των αντεπαναστατών, τρέφει τώρα ελπίδες να καταστείλει την επανάσταση και να επαναφέρει την τάξη και την πειθαρχία που και το ίδιο το Γενικό Επιτελείο ευαγγελίζεται. Μετά από έντονη εσωτερική κρίση συνείδησης διατάζει την επίθεση των Freikorps κατά των Ερυθροφρουρών, των Σπαρτακιστών και των λαϊκών μαζών που τους υποστηρίζουν. Για αυτή του την ενέργεια θα μείνει στην ιστορία με τον ατιμωτικό χαρακτηρισμό “το αιμοβόρο μαντρόσκυλο”.

Χαράματα της 11ης Ιανουαρίου οι δυνάμεις του Ράινχαρντ κινούνται προς τα περίχωρα της πρωτεύουσας. Ακολουθούν αυτές του Στέφανι. Το Δημαρχείο του Σπαντάου καταλαμβάνεται με έφοδο. Τριάντα Σπαρτακιστές συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακές. Καθ’ οδόν εκτελούνται, με την πρόφαση ότι προσπάθησαν να δραπετεύσουν. Ο σεβασμός στον αντίπαλο και ο ανθρωπισμός είναι έννοιες ανύπαρκτες. Η ταχύτητα δράσης είναι το ζητούμενο. Οι άνδρες του Στέφανι , καλυπτόμενοι από το τελευταίο σκοτάδι της νύχτας που υποχωρεί, στρέφουν τα κανόνια τους προς την πλατεία Μπελ - Αλιάντσεπλατς, όπου βρίσκονται τα περισσότερα γραφεία των εφημερίδων. Ανοίγουν απροειδοποίητα πυρ προς τα γραφεία της “Φορβέρτς”, απ’ όπου πετάγονται πανικόβλητοι έξι άνδρες κρατώντας λευκή σημαία. Εκτελούνται επί τόπου. Αιχμαλωτίζονται ακόμη τριακόσιοι Σπαρτακιστές και ο Στέφανι διστάζει να χύσει άλλο αίμα. Τηλεφωνεί τρεις φορές στον Ράινχαρντ, για να λάβει την ίδια απάντηση: θάνατος!

Μέσα στην σύγχυση που προκαλούν κάποιοι εργάτες, οι μελλοθάνατοι σκοτώνουν μερικούς φύλακες και ορισμένοι καταφέρνουν να διαφύγουν. Ακολουθεί μακελειό. Η μέρα φτάνει στο τέλος και ολόκληρη η πλατεία είναι λουσμένη στο αίμα. Τελικά, την κατάσταση για τα Freikorps σώζει η επέμβαση των ανδρών του Ράινχαρντ, που κυριεύουν ξανά την πλατεία και τα γραφεία των εφημερίδων. Οργανώνονται έκτακτα στρατοδικεία και όλοι οι συλληφθέντες καταδικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες σε εκτέλεση. Σε ομάδες των έξι στήνονται στον τοίχο. Ο ολονύχτιος απόηχος των τουφεκισμών γίνεται ο εφιάλτης των έντρομων Βερολινέζων, που παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους.



Οι αρχηγοί των Σπαρτακιστών Καρλ Λίμπκνεχτ και
Ρόζα Λούξενμπουργκ, που βρήκαν φρικτό θάνατο
από τους αντεπαναστάτες.


Η νύχτα που ακολουθεί ξετυλίγει το μαύρο σεντόνι της πάνω στα άψυχα κορμιά όσων πίστεψαν στα ιδανικά της επανάστασης. Τα κανόνια των Freikorps έχουν βαλθεί να διαλύσουν το μέγαρο της αστυνομίας στο νότιο τομέα της πόλης. Μετά από σφοδρό βομβαρδισμό η πρόσοψη του κτιρίου καταρρέει. Όποιος συλλαμβάνεται τουφεκίζεται εν ψυχρώ. Η πρωτεύουσα βρίσκεται στο έλεος των ανδρών του Ράινχαρντ, του Στρατηγού Γκρένερ και των οργανώσεων των “Πατριωτικών Συνδέσμων”, των “Δυνάμεων Άμυνας των Πολιτών” και των “Ενώσεων Εθελοντών” -όλων δηλαδή των ιδιωτικών στρατών, που με την υποστήριξη της κυβέρνησης αυτοανακηρύχθηκαν σε “αναμορφωτές” και “ελευθερωτές” από τον κόκκινο στρατό.

Αφού καταλάβουν τις κεντρικές συνοικίες του Βερολίνου, τα Freikorps στρέφονται προς τις εργατικές, σκορπώντας ξανά τον όλεθρο. Ένα καθεστώς κυριαρχίας του τρόμου βυθίζει την αιματοβαμμένη πόλη στο τέλμα της απόγνωσης. Πανικόβλητοι οι ηγέτες της επανάστασης προσπαθούν ν’ αποφύγουν τη σύλληψη, κρύβονται και περιμένουν την ευκαιρία να διαφύγουν από αυτόν τον θανατηφόρο κλοιό, μα δυστυχώς αρκετοί δεν τα καταφέρνουν. Όσοι συλλαμβάνονται εκτελούνται αμέσως, ή οδηγούνται στα στρατόπεδα, όπου θα βασανιστούν μέχρι θανάτου.

Οι ηγέτες της αριστεράς και του κινήματος των Σπαρτακιστών, ο Λίμπκνεχτ (Karl Liebknecht) και η Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg) συλλαμβάνονται στο Βίλμερσντορφ και οδηγούνται στο ξενοδοχείο Έντεν, όπου στεγάζεται η κεντρική διοίκηση των Freikorps. Μετά από σύντομη ανάκριση μεταφέρονται στις φυλακές του Μοαμπίτ, αλλά καθώς ο Λίμπκνεχτ βγαίνει από το ξενοδοχείο, ο σκοπός Όττο Ρούντζε τον χτυπάει στο κεφάλι με τον υποκόπανο του όπλου του. Ετοιμαθάνατος μεταφέρεται με ταξί προς τις φυλακές, μα στα μισά της διαδρομής τον διατάζουν να συνεχίσει πεζός. Ο υπολοχαγός Πφλουγκ Χάρτουνγκ τον πυροβολεί. Ίδια τύχη περιμένει και τη Λούξεμπουργκ. Αιμόφυρτη επιβιβάζεται σ’ ένα ταξί. Εκεί, ο λοχαγός Φόγκελ την πυροβολεί εξ επαφής, συνθλίβοντας το κρανίο της. Στη συνέχεια ρίχνουν το πτώμα στο κανάλι Λάντβερ. Η νύχτα της 15ης Ιανουαρίου 1919 στιγματίζεται από παρόμοιες φρικαλεότητες. Η επανάσταση, που μέχρι πριν λίγες μέρες φαινόταν πως θα κυριαρχούσε, τώρα οπισθοχωρεί.

Στη Βαυαρία σχεδιάζεται η ανακατάληψη του Μονάχου. Η τελευταία από τις τέσσερις επαναστατικές κυβερνήσεις του διαστήματος 11/1918 - 3/1919 προσπαθεί ξεκάθαρα να επιβάλει τον μπολσεβικισμό, εκμεταλλευόμενη την απόσταση από τα γεγονότα του Βερολίνου και το μίσος των νότιων για τους Πρώσους. Ο 23χρονος ναύτης Εγκλχόφερ (Rudolf Eglhofer, πασίγνωστος για την επαναστατική του δράση στο Κίελο, ηγούμενος μιας στρατιάς 20.000 περίπου βετεράνων του πολέμου και εργατών εγκαθιδρύει την “Δικτατορία του Κόκκινου Στρατού”. Εναντίον του προστρέχουν στρατιωτικές μονάδες της Πρωσίας και τα βαυαρικά Freikorps. Φλογοβόλα, κανόνια, τανκς και αεροπλάνα βάζουν στο στόχαστρο τους επαναστάτες, που κάνουν το λάθος να μιμηθούν τον εχθρό: στις 29 Απριλίου εκτελούν, μετά από τρομερά βασανιστήρια, οκτώ αριστερούς και δύο κυβερνητικούς στρατιώτες που κρατούν ομήρους στο Luitpold-Gymnasium, έχοντας κατά νου την εκδίκηση για τα εγκλήματα των αντεπαναστατών. Η αποτρόπαιη αυτή πράξη πυροδότησε τον φανατισμό στις ομάδες των Freikorps, που τώρα επιτίθενται με αδάμαστο μένος εναντίον κάθε ατόμου, για το οποίο υπάρχει έστω και η υποψία ότι υποστηρίζει τους “μπολσεβίκους”.

Στις 3 Μαΐου το Μόναχο περνάει πλέον στα χέρια των εθνικιστών. Τουλάχιστον 600 είναι τα θύματα της σύγκρουσης, από τα οποία οι μισοί σχεδόν απλοί πολίτες. Ο ίδιος ο Εγκλχόφερ δολοφονείται και ο Λεβινέ, ο παλαίμαχος της ρωσικής επανάστασης του 1905, καταδικάζεται σε εκτέλεση με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Οι Εβραίοι καταδιώκονται με πρωτοφανή επιμονή και πυροβολούνται αμέσως μόλις εντοπισθούν. Ο συγγραφέας Λαντάουερ (Gustav Landauer) έχει την ίδια τύχη. Για κάποιους άλλους διανοούμενους, η τύχη στέκεται ακόμη στο πλευρό τους: καταδικάζονται μόνο σε κάμποσα χρόνια φυλάκισης. Ελάχιστοι καταφέρνουν να σωθούν, μεταξύ των οποίων και ο γεννημένος στην Ρωσία γνωστός κομμουνιστής Λεβιέν (Max Levien).


Από τις τάξεις των freikorps γεννήθηκαν τα Τάγματα Εφόδου (SA),
που εργότερα έσπειραν τον τρόμο σε ολόκληρη τη Γερμανία.
Ωστόσο, ο Χίτλερ ποτέ δεν αισθάνθηκε ασφαλής
μέσα στο απόγειο της δύναμής τους.


Η επόμενη μέρα φέρνει στο φως την τραγωδία σε όλο της το μεγαλείο. Το Μόναχο δίνει την εντύπωση βομβαρδισμένης πόλης. Οι τοίχοι του Δικαστικού Μεγάρου κοκκινίζουν από το αίμα των μαχομένων, ο Κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός καταλαμβάνεται σε αθλία κατάσταση, τα αστυνομικά κτίρια κινδυνεύουν να σωριαστούν και το μέγαρο της Ραδιοφωνίας λίγο έλειψε να καταντήσει σωρός ερειπίων. Τα σχολεία, τα σπίτια και οι πλατείες των κεντρικών συνοικιών πέφτουν κι αυτά θύματα της καταστροφικής μανίας του εμφυλίου σπαραγμού. Τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει την διενέργεια αποτρόπαιων εγκλημάτων. Όταν παύσουν οι τουφεκισμοί και οι συνεδριάσεις των εκτάκτων στρατοδικείων, αυτό που αντικρίζουν οι κάτοικοι της πόλης είναι τόσο τρομακτικό, ώστε οι ίδιοι πια απαιτούν την απομάκρυνση των Freikorps.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΙΚΟΥ ΘΩΡΗΚΤΟΥ “ΑΒΕΡΩΦ”




ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΠΟΥ ΣΤΟΙΧΙΣΕ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ 1.000.000 ΛΙΡΕΣ ΑΓΓΛΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟ ΝΑ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ, ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΗΝ ΝΑΥΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

Η ΕΛΠΙΔΑ ΟΡΓΩΝΕΙ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΕΡΑ

Η 1η Σεπτεμβρίου 1911 ήταν για το Φάληρο μια ξεχωριστή μέρα. Μέσα σε μουσικές και τυμπανοκρουσίες, με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη και την ελπίδα φωλιασμένη στην ψυχή, ο λαός των Αθηνών είχε λάβει από νωρίς θέση στις προβλήτες. Χιλιάδες λευκά μαντήλια ανέμιζαν πανηγυρικά και τα μάτια παρέμεναν καρφωμένα στον διάστικτο από λογής λογής καράβια Σαρωνικό, που είχαν βγει να υποδεχτούν το καινούργιο πολεμικό σκάφος στην παρθενική πλεύση του στα νερά της Αττικής: το θωρηκτό “Γεώργιος Αβέρωφ”. Η μπάντα παιάνιζε ασταμάτητα πατριωτικά εμβατήρια και ο ενθουσιασμός του πλήθους υπήρξε ασυγκράτητος. Κανείς δεν ήθελε πια να θυμάται τις πικρές μέρες του 1897, όλοι ατένιζαν το μέλλον με έπαρση κι αισιοδοξία.

OTTO SCORZENY: Ο καταδρομέας φάντασμα των Ναζί

Ο Ότο Σκορτσένυ, κατά τους δυτικούς συμμάχους ο ''πιο επικίνδυνος άνθρωπος στην Ευρώπη'', ήταν ο πατέρας των Γερμανών καταδρομέων. Ένας άνθρωπος ατρόμητος, με εξαίρετες προσωπικές ικανότητες, θάρρος και τόλμη απαράμιλλα και αταλάντευτη πίστη στα ιδανικά του, πέτυχε να δημιουργήσει τον δικό του θρύλο, τόσο στα πεδία των μαχών όσο και - κυρίως - με τις επιχειρήσεις ανορθόδοξου πολέμου, των οποίων υπήρξε πρωτοπόρος.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Το ιδεολογικό και πολιτικό περιβάλλον που δημιούργησε και έθρεψε την αυταρχική προσωπικότητα του Μπενίτο Μουσολίνι δεν στάθηκε ικανό να σταματήσει την διολίσθηση της Ιταλίας στο σκοτάδι του φασισμού και την ερημιά του πολέμου.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η ενοποιημένη Ιταλία αποτελεί πια κράτος με την σύγχρονη έννοια του όρου, προσπαθώντας να ενταχθεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του διπολικού ευρωπαϊκού ανταγωνισμού: από την μια οι κεντρικές δυνάμεις της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, κι από την άλλη ο άξονας μεταξύ των δυτικών δυνάμεων και της Ρωσίας (Entente). 

Καθένας από τους δύο συνασπισμούς επιθυμεί να προσελκύσει το νεοσύστατο κράτος με το μέρος του -ο πρώτος επικαλούμενος τις συμβατικές υποχρεώσεις που προέκυπταν από την σύναψη του “Τριμερούς Συμφώνου” του 1882 μεταξύ Ρώμης και Βερολίνου, κι ο δεύτερος προτάσσοντας ως αντισταθμιστικά οφέλη εδαφικές παραχωρήσεις σε βάρος των Αυστριακών, εφόσον παρέμεναν ανοιχτά τα ζητήματα των “αλύτρωτων” ιταλικών περιοχών που συνέχιζαν να βρίσκονται κάτω από τον ζυγό των Αψβούργων.


1917: υπηρετώντας την πατρίδα, στο πλευρό των Δυτικών Συμμάχων (Entente)


Στα εσωτερικά της χώρας, η μετάβαση από τον φεουδαλισμό σε μια σύγχρονη αστική δημοκρατία δεν αποδεικνύεται εύκολη υπόθεση. Ο ιταλικός βορράς συσπειρώνει μεγάλες εργατικές μάζες σοσιαλιστών και αριστεριστών, σε αντίθεση με το νότο, όπου κυριαρχεί το αγροτικό και εθνικιστικό στοιχείο. Αλλά δεν είναι η διαφορά της -ανύπαρκτης άλλωστε- οικονομικής ευμάρειας μεταξύ των δύο πληθυσμιακών ομάδων που τις οδηγεί συχνά σε αντιπαράθεση. 

Η αιτία των οξύτατων ανταγωνισμών που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους θα πρέπει ν’ αναζητηθεί περισσότερο στην διαφορετικότητα του ιδεολογικού προσανατολισμού και της αντίληψης γύρω από τα πατριωτικά και εθνικά ζητήματα. Παρά τις συνεχείς ιδεολογικές διαιρέσεις των σοσιαλιστικών και προλεταριοποιημένων μαζών, η άρχουσα αστική τάξη και η πάλαι ποτέ ιντελιγκέντσια δεν κατόρθωσε ν’ αποκτήσει τον έλεγχο της εξουσίας μέσα από μια δυναμική επέκταση της επιρροής της στις πλατύτερες λαϊκές σφαίρες. 

Παράλληλα, η αυξανόμενη ανάπτυξη της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στον βιομηχανικό βορρά, καθώς επίσης και η ολοένα ενισχυόμενη μεσαία τάξη των αστικών κέντρων, ανέδειξαν το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSI - Partito Socialista Italiano) σε κυρίαρχη δύναμη. Ωστόσο, οι αντίθετες ροπές και μέσα στις τάξεις του ίδιου του κόμματος, που ενσάρκωναν οι ρεφορμιστές αφενός και οι επαναστάτες διεθνιστές αφετέρου, αποτέλεσαν σημαντικό στοιχείο διάσπασης, η οποία εκφράστηκε αρχικά με τις διαφορετικές τοποθετήσεις των δύο ρευμάτων πάνω στο θέμα της συμμετοχής της Ιταλίας στον πόλεμο του 1914.



Βερσαλλιέρος

Οι ρεφορμιστές και οι αντιδραστικοί (στους οποίους συγκαταλέγονταν οι μεγαλοαστοί, ο ανώτερος κλήρος και η αριστοκρατία) προπαγάνδιζαν την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας. 

Από την άλλη μεριά, η επίσημη γραμμή του ΙΣΚ διακήρυττε την αυστηρή ουδετερότητα, παρά την αντίθετη άποψη των περισσότερων συνδικαλιστικών οργανώσεων και της αριστερής πτέρυγας του κόμματος, των λεγόμενων “παρεμβατιστών”, που επιθυμούσαν την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο ως συμμάχου της Entente. Κι αυτό επειδή θεωρούσαν ξεπερασμένη πλέον την δέσμευση των Ιταλών από το “Τριμερές Σύμφωνο” και ευελπιστούσαν πως η συμμετοχή στον πόλεμο θα συντελούσε σημαντικά στην ενίσχυση του εθνικού φρονήματος και της πλήρους ενοποίησης του ιταλικού λαού. 

Τελικά, η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να ταχθεί υπέρ των δυτικών συμμάχων, εξασφαλίζοντας ως υποσχόμενο αντάλλαγμα την Τεργέστη, την ευρύτερη περιοχή του Τρεντίνο και άλλες στην Αδριατική, την Α. Αφρική και την Τουρκία (σύμφωνα με την Συνθήκη του Λονδίνου το 1915).



1919: Η χρονιά που σηματοδότησε την "Κόκκινη Διετία", στην διάρκεια της οποίας οι βιαιοπραγίες λίγο έλειψε να οδηγήσει σε καθολική επανάσταση μπολσεβίκικου τύπου.

Η ακραία επαναστατική αριστερά υποστήριξε δυναμικά την συμμετοχή στον πόλε-μο, δημιουργώντας μια λίγκα (Fascio Rivoluzionario dAzione Internazionalista) αποτελούμενη από ηγέτες συνδικαλιστών και άλλων τοπικών παραγόντων, μεσοαστούς κι εθνικιστές αγρότες. Η πλειοψηφία των σοσιαλιστών δεν έβλεπε θετικά μια εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο, μα ήταν πλέον καιρός να κατανοήσει ότι οι διάφορες ταξικές εξεγέρσεις δεν ήταν αποτελεσματικές ως προς την μεγάλη κοινωνική επανάσταση, επειδή αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν την καθολική συμμετοχή των κοινωνικών στρωμάτων. 

Τρανταχτό παράδειγμα η απεργία στην Πάρμα το 1908 και η “Κόκκινη Εβδομάδα” λίγους μήνες πριν την έναρξη του πολέμου, όπου η απεργιακή κινητοποίηση εργατών και σοσιαλιστών πήρε την μορφή ένοπλης εξέγερσης. Ολόκληρη η Ιταλία συγκλονίστηκε από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα της Φλωρεντίας, της Ανκόνα και της Νάπολης. Η αστυνομία τότε αναγκάστηκε να προβεί σε εκατοντάδες συλλήψεις, με αποτέλεσμα την όξυνση της κατάστασης. Παραδοσιακά αριστερίζουσες περιοχές, όπως η Εμίλια Ρομάνια και η Ανκόνα, θα συγκλονιστούν κυριολεκτικά, αλλά χωρίς σημαντικό αποτέλεσμα, αφού τελικά η Γενική Επιτροπή Εργασίας θα συμβιβάσει τα πράγματα, ώστε η εξέγερση να καταπαύσει.



Ο Μουσολίνι συνελήφθη πολλές φορές για ενεργό συμμετοχή σε ταραχές. Εδώ, φωτογραφίζεται και φακελώνεται από την αστυνομία του καντονιού της Βέρνης, όταν συνελήφθη στην Βασιλεία (1903).


Η Fascio λοιπόν κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος, πέρα από την ενίσχυση των συνεκτικών δεσμών του λαού και την δημιουργία ενός κοινού αισθήματος αφοσίωσης προς την πατρίδα, θα απέφερε ένα αποτελεσματικό χτύπημα στον γερμανικό μιλιταρισμό και τον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό του, ώστε ν’ αρθούν σε τελική φάση τα εμπόδια της πανευρωπαϊκής σοσιαλιστικής ολοκλήρωσης. Εν ολίγοις, πίστευε ότι το σοσιαλιστικό όνειρο θα είχε πολλά να ωφεληθεί από την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο, αφού μια τέτοια εμπλοκή δεν ερχόταν σε αντίθεση με τις βασικές αρχές της κοινωνικής και ταξικής επανάστασης.



1930

Αλλά το ΙΣΚ αρνήθηκε σταθερά να θεωρήσει τα πράγματα έστω και κάτω από αυτό το ευρύτατα συμβιβαστικό ιδεολογικό πρίσμα. Απορρίπτοντας κάθε εθνικισμό σαν κατάρα της Σοσισαλιστικής Διεθνούς, αντιλαμβανόταν τον πατριωτισμό σαν τροχοπέδη στα διεθνιστικά της ιδεώδη και την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο σαν την ύστατη προδοσία στις αρχές του Σοσιαλισμού. 

Εκτιμούσε το χάσμα Βορρά - Νότου και την έλλειψη εθνικής ενότητας ως απροσπέλαστα εμπόδια για επιτυχή έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων, και παράλληλα διέβλεπε στην ανικανότητα της “χλιαρής” κυβέρνησης την κυριότερη αιτία μιας μελλοντικής καταστροφής. 

Προφανώς ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες της εκστρατείας του 1911 κατά της Λιβύης, που παρά τον ισχυρισμό της κυβέρνησης του Τζοβάνι Τζολίτι ότι την επέβαλλε η καταστρατήγηση των εκεί ζωτικών ιταλικών συμφερόντων, οι σοσιαλιστές ποτέ δεν έπαψαν να την θεωρούν ως έκφραση ιμπεριαλιστικών κι επεκτατικών σχεδίων.




Η άποψη αυτή, που εξέφραζε την επαναστατική και διεθνιστική μερίδα του ΙΣΚ, ερχόταν σε πλήρη συμφωνία με το λαϊκό αίσθημα. Όσο οι διεθνιστές κέρδιζαν έδαφος, τόσο οι ρεφορμιστές και οι αντιδραστικοί τίθεντο στο περιθώριο και δεν απολάμβαναν πια την λαϊκή συμπαράσταση. Το 1912, με την καθοδήγηση κυρίως του νεαρού δημοσιογράφου Μπενίτο Μουσολίνι, οι επαναστάτες κατόρθωσαν να επιτύχουν τον έλεγχο του κόμματος και μέσα στα επόμενα δύο χρόνια να το καταστήσουν υπολογίσιμη πολιτική και κοινωνική δύναμη.




Ο Μουσολίνι γεννήθηκε το 1883 στο χωριό Πρεντάπιο της επαρχίας Εμίλια Ρομάνια, γνωστή για τις αριστερές ιδεολογικές πεποιθήσεις της και την επαναστατικότητά της, από γονείς που θερμά υποστήριζαν τον σοσιαλισμό. Ο πατέρας του Αλεσάντρο ήταν στο επάγγελμα σιδεράς και η μητέρα του, η Ρόζα Μαλτόνι, δασκάλα στο χωριό που ο μικρός Μπενίτο περπάτησε τα πρώτα του βήματα. 

Την εποχή αυτή οι ντόπιοι επιδίδονται με πάθος σε συζητήσεις και διαλογισμούς γύρω από τα θέματα της επανάστασης και το μέλλον του σοσιαλισμού, βαθύτατα επηρεασμένοι από τις μαρξιστικές θεωρίες, τις ιδεολογικές εξάρσεις του Μπακούνιν και τα διδάγματα του Ναπολέοντα και του Μπλανκί. Εκτός από το “Μπενίτο”, στον γιο του ο Αλεσάντρο θα χαρίσει επι-πλέον δύο ονόματα : Αμιλκάρε και Αντρέα. Το πρώτο αποσκοπεί στο ν’ αποδοθεί φόρος τιμής στην ανάμνηση του Μεξικάνου επαναστάτη Μπενίτο Χουαρέζ, το δεύτερο και το τρίτο προς τους Ιταλούς σοσιαλιστές Αμιλκάρε Τσιπριάνι και Αντρέα Κόστα.





Το περιβάλλον όπου μεγαλώνει ο αυριανός δικτάτορας είναι ασφυκτικά πολιορκημένο από τις φλογερές ιδέες των γαλλικών επαναστάσεων του 1789, του 1830 και του 1848, ενώ παράλληλα σε κάθε καρδιά της αγροτικής αυτής κοινωνίας φωλιάζει το μίσος για τους Αψβούργους, που εξακολουθούν να κατέχουν παραδοσιακά ιταλικές περιοχές. Είναι λοιπόν εύλογο από το φυτώριο αυτό των επαναστατών να ξεπηδήσει ο επαγγελματίας, ο συνεπής επαναστάτης. Και θα καταφέρει σε νεαρότατη ηλικία ν’ αφήσει το στίγμα του στο σοσιαλιστικό κίνημα της Ιταλίας, αναγάγοντας τον λαϊκισμό και την δημαγωγία σε πανίσχυρα όπλα επιβολής της εξουσίας και συμβιβάζοντας τις αρχές του εργατικού κινήματος, των επαναστατικών συνδικαλιστικών ιδεών του Ζορζ Σορέλ και του διεθνισμού με αυτές του πατριωτικού εθνικισμού! 

Με άλλα λόγια, ο ταραχοποιός των τριών χωρών -Ιταλίας, Ελβετίας και Γαλλίας- θα καταφέρει να τετραγωνίσει τον κύκλο των αντικρουόμενων από την ίδια τους την φύση ιδεολογικών ρευμάτων, επιτυγχάνοντας μιαν απίστευτη αρμονική τους συνύπαρξη εκεί όπου, κατά παράδοση, σημειώνονταν οι προαιώνιες κόντρες.




Μαθητής ακόμη, οργανώνει απεργίες και καταλήψεις, οπότε αποβάλλεται από το σχολείο του. Στο Ρέτζιο Εμίλια θα ασκήσει για λίγο το επάγγελμα του δασκάλου. Αργότερα, προκειμένου ν' αποφύγει την στρατιωτική θητεία, θα καταφύγει στην Ελβετία (1902) κυριολεκτικά απένταρος. Θα ζητιανέψει, θα δουλέψει στις οικοδομές, μετά σαν βοηθός σε τυπογραφείο, για να καταλήξει να σπουδάζει στο πανεπιστήμιο της Λωζάνης την γαλλική γλώσσα. Διωγμένος από την Βέρνη, περνάει στην παρανομία και συλλαμβάνεται στην Γενεύη για ν' απελαθεί στην Γαλλία. Η αστυνομία τον έχει υπόψη της ως ανεπιθύμητο αναρχικό, ο ίδιος όμως αυτοχαρακτηρίζεται ως "επαναστάτης σοσιαλιστής".




Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου που ζει έξω από την πατρίδα του, στις πολιτικές συγκεντρώσεις που παρευρίσκεται έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον Ζαν Ζωρές και τον Αύγουστο Μπέμπελ, να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες πιθανόν από την επαφή του με τον Καρλ Λίμπκνεχτ και την Ρόζα Λούξεμπουργκ και να μελετάει ατέλειωτες ώρες στην Βιβλιοθήκη της Γενεύης. Οι ιδέες τού μεγάλου ρήτορα, ουμανιστή και καθηγητή της Φιλοσοφίας Ζωρές τον επηρεάζουν βαθιά. Από αυτόν δανείζεται την άποψη ότι δεν είναι το προλεταριάτο η σωτήρια για τον κόσμο δύναμη, αλλά η απαλλαγμένη από κάθε πολιτικό κι εκκλησιαστικό έλεγχο λαϊκή μάζα. Θεσμοί όπως η πατρίδα, η οικογένεια, η θρησκεία, οι νόμοι και η ιδιοκτησία δεν είναι δυνατό να έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από το ίδιο το άτομο, για τον απλούστατο λόγο ότι οι θεσμοί αυτοί επινοήθηκαν για να το υπηρετούν και όχι για να υπηρετούνται από αυτό. Πρά το ότι μετά την εμπλοκή του στην υπόθεση “Ντρέυφους” ο Ζωρές θα χαρακτηριστεί “εχθρός της πατρίδας”, για τον Μουσολίνι αποτελεί ιδανικό πρότυπο. Αργότερα, όταν σαν γνήσιος ειρηνιστής θ’ αρνηθεί να υποστηρίξει τον πόλεμο (στις παραμονές του οποίου θα δολοφονηθεί από κάποιον φανατικό εθνικιστή), ο Μουσολίνι έχει ήδη διαχωρίσει τις θέσεις του. Αλλά τα διδάγματα του Γάλλου θ’ ακολουθούν τον Ιταλό επαναστάτη για όλη του την ζωή.




Τα χρόνια που ζει στο εξωτερικό αποδεικνύονται για τον Μουσολίνι γόνιμα και παραγωγικά, τουλάχιστον στην αρθρογραφία. Θα δημοσιεύσει πολλά άρθρα του σε μια σοσιαλιστική έκδοση των Ιταλών της Ελβετίας, το Avvenire del Lavoratore (Το Μέλλον του Εργάτη), στο Proletario (Ο Προλετάριος) της Ν. Υόρκης και στο Risvelio-Le Reveil (Το Ξύπνημα), ένα σοσιαλιστικοαναρχικό φύλλο της Γενεύης. Θα συνεργαστεί επίσης με τον Αρθρούρο Λαμπριόλα, τον στυλοβάτη του επαναστατικού σοσιαλισμού μέσα στο ΙΣΚ, που εκδίδει την Avanguardia Sosialista (Σοσιαλιστική Πρωτοπορία). 

Τον Φεβρουάριο του 1904 θα μιλήσει στο συνέδριο των Ιταλών Σοσιαλιστών της Ελβετίας, που πραγματοποιείται στη Ζυρίχη, με την ιδιότητα του Γραμματέα του ΙΣΚ στη Συνομοσπονδία Οικοδόμων Λωζάνης -τίτλο που κατέχει ήδη από το 1902. Η απέλαση έρχεται όταν παρατραβάει το σκοινί: συμμετέχει στην καμπάνια υποστήριξης μια απεργίας Ιταλών οικοδόμων στο La Chaux de Fonds.




Επιστρέφοντας στην Ιταλία, εκμεταλλεύεται το διάταγμα αμνηστίας για τους αντιρρησίες θητείας κι αποφασίζει να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Υπηρετεί στους Βερσαλιέρους της Βερόνα, αποκτώντας δημοτικότητα και το προσωνύμιο “ο Κόκκινος”. Κατόπιν, θα δραστηριοποιηθεί ξανά με την ιδιότητα του δασκάλου και παράλληλα θα συνεργάζεται ως αρθρογράφος σοσιαλιστικών εντύπων, όπως η La Lima, η Avvenire del Lavoratore (της οποίας είναι αρχισυντάκτης), η Popolo di Trento, το περιοδικό Voce κ.ά. Τα άρθρα του αφορούν κυρίως την πάλη των τάξεων και το πολιτικό κίνημα των “Αλύτρωτων” (Irredentismo), που σχετιζόταν με το ζήτημα της απελευθέρωσης των κατεχόμενων από τις Αυστροουγγρικές δυνάμεις ιταλικών περιοχών.




Το 1910 ιδρύει στο Φορλί την σοσιαλιστική εφημερίδα La Lotta di Classe (Η πάλη των Τάξεων), όπου με τα πύρινα άρθρα του θα καταφέρεται εναντίον των μετριοπαθών στις τάξεις του ΙΣΚ, της αποικιοκρατίας και της ελιτίστικης μπουρζουαζίας της κυβερνώσας κάστας. Το κεντρικό όργανο του ΙΣΚ, η εφημερίδα Avanti, αναδημοσιεύει τα άρθρα αυτά, κάνοντας τον Μουσολίνι πασίγνωστο σε ολόκληρη την χώρα. 

Οι αγώνες του κατά της καθεστηκυίας τάξης και οι απεργίες που μεθοδεύει τον φέρνουν στην θέση του αντιπροσώπου για το συνέδριο του ΙΣΚ στο Μιλάνο. Την στιγμή που το επίσημο κράτος εκστρατεύει κατά της Λιβύης, η επαναστατική ομάδα και οι αριστεριστές του ΙΣΚ, με πρώτο και καλύτερο τον Μουσολίνι, κάνουν την Εμίλια Ρομάνια να πάρει φωτιά. Το Φορλί κυριολεκτικά κυριαρχείται από τους ταραχοποιούς και η ένοπλη σύρραξη με τα όργανα της τάξης είναι πια γεγονός. Ο επαναστάτης Μουσολίνι συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών με την κατηγορία της υποκίνησης και της συμμετοχής σε στάση, την στιγμή που η Avanti χαρακτηρίζει την ιταλική επίθεση κατά της Λιβύης ως “έργο τέχνης αποικιοκρατικής πειρατείας”.



Η φυλακή κάθε άλλο παρά πτοεί τον μανιασμένο επαναστάτη. Με αυξημένο γόητρο κι έχοντας κερδίσει επάξια την θέση του ανένδοτου σοσιαλιστή ηγέτη, ο Μουσολίνι κατατροπώνει τους ρεφορμιστές στο συνέδριο του ΙΣΚ στη Ρέτζιο Εμίλια (1912). Ο Λεονίντα Μπισολάτι αποπέμπεται και το προεδρείο σχεδόν ομόφωνα αναθέτει στον ελπιδοφόρο και μαχητικότατο νεαρό Μουσολίνι την διεύθυνση του Avanti. Μόνο ο Βέλα παρουσίασε αντιρρήσεις γι’ αυτήν την επιλογή, είτε γιατί γνώριζε την αδυναμία του σε “θεωρητική κατάρτιση”, είτε γιατί τον θεωρούσε ατομικιστή και υπερβολικά εκκεντρικό. Αργότερα ο ίδιος θα χαρακτηρίσει τον Μουσολίνι ως επιδειξιομανή, νιτσεϊστή και αντικείμενο άρρωστης προσωπολατρίας -δηλαδή αντίθετο προς κάθε μαρξιστική αρχή. 

Ως δεξί του χέρι τοποθετείται η Ρωσίδα πολιτική πρόσφυγας Αντζέλικα Μπαλαμπάνοβα (Angelica Balabanoff), γυναίκα με πλούσια επαναστατική δράση σε ολόκληρη την Ευρώπη και αγαπημένο “παιδί” του Λένιν, ο οποίος θα της εμπιστευτεί μελλοντικά πάμπολλες διπλωματικές και πολιτικές αποστολές. Με την ιδιότητα του μέλους της συντακτικής επιτροπής του Avanti αλλά και του προεδρείου του ΙΣΚ, θα έρθει συχνά σε ρήξη με τον Μουσολίνι, για τον οποίο δεν τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση.




Το έδαφος που κερδίζει ο Μουσολίνι σε δημοτικότητα ολοένα διευρύνεται. Η επιτυχία του Avanti, που κάτω από την καθοδήγησή του θα εκτοξεύσει το τιράζ από 20 σε 100 χιλιάδες φύλλα, θα τον εγκαθιδρύσουν στο κόμμα ως αδιαφιλονίκητο ηγετικό στέλεχος, ιδίως μετά την αποπομπή των μασόνων και των άλλων κεντρώων και δεξιοφνονούντων φραξιονιστών, που αντιστρατεύονταν στις μεθόδους και τις ιδεολογίες του. Η “κόκκινη εβδομάδα” του 1914 θα φέρει την Ιταλία στα πρόθυρα της παράλυσης, θα διχάσει τον λαό σχετικά με το ζήτημα της ένταξης της χώρας στον πόλεμο, θα τρίξει τα έτσι κι αλλιώς σαθρά θεμέλια του παλατιού και θα σπείρει προς όλες τις κατευθύνσεις το διττό ερώτημα: πόλεμος ή όχι -κι αν ναι, με ποιανού το μέρος;




Η κυβέρνηση ασφαλώς κρίνει πως το συμφέρον του έθνους καταδεικνύει την Entente. Ο λόγος είναι και ψυχολογικός: κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί το μίσος του για τους Αψβούργους. Από την άλλη, ο Μουσολίνι διαρκώς παροτρύνει υπέρ της απόλυτης ουδετερότητας, σύμφωνα και με την επίσημη θέση του ΙΣΚ, η αρχική απήχηση της οποίας άρχισε να κλονίζεται στα λαϊκά στρώματα, αφού αργά αλλά σταθερά ο λαός τάσσεται υπέρ του πολέμου στο πλευρό της Δύσης.




Για τον Μουσολίνι είναι πια φανερό πως η καθαρή ταξική πάλη και η αποκλειστική κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί ν’ αποδώσει τους επιθυμητούς καρπούς λόγω ανεπάρκειας πάθους και ιδεολογικών κινήτρων. Χρειάζεται οπωσδήποτε μια πανεθνική ανάταση, που μόνο μέσω εθνικιστικών και πατριωτικών συνθημάτων θα μπορούσε να επιτευχθεί. Και ο κίνδυνος να διολισθήσει η χώρα σε μια απροσδόκητη συμμαχία με τις Κεντρικές Δυνάμεις, εξαιτίας της ανεδαφικής πλέον υποχρέωσής της που προέκυπτε δήθεν από την ξεπερασμένη “Τριπλή Συμμαχία”, δεν ήταν καθόλου αμελητέος. 

Ήδη οι Αυστριακοί βολιδοσκοπούσαν εντατικά τις διαθέσεις της ιταλικής κυβέρνησης, αλλά ο Μουσολίνι είχε προφανώς διαισθανθεί έγκαιρα τον κίνδυνο “διαρροής” των άλλων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων και φοβόταν μήπως το ΙΣΚ συμπαρασυρθεί στην δύνη μιας απατηλής ιδεολογικής πειθαρχίας. 

Για παράδειγμα, το Σοσιαλδημοκρατικό Γερμανικό Κόμμα (SPD) ενέκρινε -προς έκπληξη όλων, ακόμη κι αυτού του Λένιν- τα κονδύλια για τον πόλεμο, στην Γαλλία το αντίστοιχο κόμμα μεθούσε με την ιδέα ενός ένδοξου πολέμου ενάντια στον προαιώνιο εχθρικό γείτονα και το γαλλικό τμήμα της Διεθνούς Εργατών (SFIO - Section Française de lInternationale Ouvrière) μέσα από την εφημερίδα της Humanitè θα χαιρετίσει με πανηγυρισμούς την έναρξη του πολέμου, επιδιώκοντας προπαγανδιστικά με κάθε ψυχολογικό μέσο να εμφυσήσει τον ανεξέλεγκτο εθνικισμό στις καρδιές των Γάλλων. Το μίσος τους εναντίον των Γερμανών, που θα καμφθεί μελλοντικά μόνο από το ποτάμι του αίματος των χαρακωμάτων, πηγάζει από τις ιστορικές μνήμες, που τώρα πια αποδεικνύονται ισχυρότερες από κάθε κομματική και ιδεολογική πειθαρχία. Ο Σοσιαλισμός μπορεί να περιμένει…



Η Πορεία προς την Ρώμη




Ο Μουσολίνι, όμως, όχι! Διστάζει να πιστέψει ότι προς στιγμή το ΙΣΚ έρχεται σε κόντρα με το επικρατούν λαϊκό αίσθημα, αλλά δεν εθελοτυφλεί. Παρά το γεγονός ότι οι ελιτίστικες ιδέες του περί του “πεφωτισμένου αναμορφωτή” και του “σοφού καθοδηγητή των μαζών” δεν επιτρέπουν στον υπερόπτη επαναστάτη να τρέφει έναν γνήσιο σεβασμό για τις ανίκανες να προδιαγράψουν μόνες την τύχη τους και να ορίσουν το μέλλον τους λαϊκές μάζες, αντιλαμβάνεται στην παρούσα φάση πως η επιμονή του ΙΣΚ να αντιτίθεται προς την λαϊκή ορμή θα μπορούσε ν’ αποδειχθεί καταστροφική. Ο ίδιος αποτελεί έτσι κι αλλιώς την ενσάρκωση ενός ηρωικού προτύπου και χαίρει απόλυτης λαϊκής αφοσίωσης, ώστε δεν επιτρέπεται να καταφανεί απογοητευτικός και μεμψίμοιρος χάριν μιας στενότητας κρίσης, την οποία οι στείρες ιδεολογικές σοσιαλιστικές αρχές προσπαθούν να επιβάλλουν σε μια Ευρώπη που ήδη φλέγεται από πόθο για “ξεκαθάρισμα λογαριασμών”. 

Επιπλέον κολακεύεται από την διαρκή πολιορκία που του κάνουν σημαίνουσες προσωπικότητες -εκπρόσωποι των πιο ετερόκλητων συμφερόντων: Ο Ζίντεκουμ για λογαριασμό του SPD (ο οποίος προτιμά να μιλήσει με τον Μουσολίνι αντί του προέδρου του ΙΣΚ, όπως θα ήταν τυπικά το σωστό)·ο Βίλελμ Έλενμπόγκεν ως επικεφαλής της αυστριακής αντιπροσωπείας· οι σοσιαλδημοκράτες της Τεργέστης Πιτόνι και Ολίβα· ο Μαρσέλ Κασέν από το Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας (που πιθανόν να προσπάθησε και να τον δωροδοκήσει) και άλλοι. Όλοι τον πλησιάζουν μ’ έναν και μοναδικό σκοπό: να ευλογήσει επιτέλους τον πόλεμο, εμπλέκοντας την Ιταλία υπέρ του στρατοπέδου όπου ο καθένας από αυτούς τους “γυρολάτρες” ανήκει.





Η κατανόηση πως στην χώρα απουσιάζει μια ευρεία προλεταριακή μάζα εργατικού τύπου, εξαιτίας του ότι την εποχή που εξετάζουμε η Ιταλία δεν διαθέτει ακόμη αναπτυγμένη βαριά βιομηχανία και γενικότερα τις κοινωνικοοικονομικές εκείνες δομές που θα της επέτρεπαν μια καλπάζουσα προλεταριοποίηση του λαού, καθιστά στα μάτια του Μουσολίνι το σοσιαλιστικό όνειρο της καθολικής επανάστασης ισχνό. Διαπιστώνει ότι απουσιάζει μια ισχυρή αστική τάξη με πλήρη συνείδηση της ταυτότητάς της και της αποστολής της. Επομένως δεν υφίσταται ο αντικειμενικός εχθρός του προλεταριάτου, ώστε κάθε επαναστατικό εγχείρημα θα στερείτο στόχου καταστροφής. Αντιλαμβάνεται, επίσης, πως η εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο θα συντελέσει σταδιακά στον εκσυγχρονισμό της και ταυτόχρονα θα εμφυσήσει πνοή πατριωτικής αλληλεγγύης στον χαλαρωμένο και αποπροσανατολισμένο λαό θωρακίζοντας την ιδεολογική του συνείδηση. Κι όσο για τον εσωκομματικό τομέα, θα περιόριζε προς όφελος του ίδιου ακόμη περισσότερο τους συντηρητικούς της σοσιαλιστικής παράταξης, που επέμεναν στην ουδετερότητα.




Τον Οκτώβριο 1914 αποφασίζει ν’ αντιταχθεί επίσημα στις θέσεις του Κόμματος, χαρακτηρίζοντας ως “προδοσία” κάθε παθητικότητα κι εμμονή στην ουδετερότητα. Παραιτείται από συντάκτης της Avanti και προχωρεί στην έκδοση δικής του εφημερίδας με τίτλο Il Popolo dItalia (Ο Λαός της Ιταλίας), πάντα με την οικονομική στήριξη των πιστών της εμπλοκής στον πόλεμο. Αυτή του η ενέργεια προκαλεί την αποπομπή του από το ΙΣΚ. 

Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς γίνεται μέλος της Fascio Rivoluzionario, που σύντομα την εκπροσωπεί και επισήμως. Στόχος η κινητοποίηση του λαού υπέρ του πολέμου. Στο μεταξύ οι ακραίοι εθνικιστές παντού δημιουργούν τις δικές τους Fasci και πιέζουν για την είσοδο της χώρας στον πόλεμο. Και ο πρωθυπουργός Αντόνιο Σαλάντρα το επιθυμεί, για εντελώς διαφορετικούς λόγους: Πιστεύει στην ενδυνάμωση της μοναρχίας μέσα από την σύντομη διεξαγωγή ενός πολέμου, που ευελπιστεί να καταλήξει νικηφόρος υπέρ της Entente, συμβάλλοντας στην ενοποίηση των “αλύτρωτων” ιταλικών περιοχών με την μητέρα πατρίδα.




Κάτω από αυτές τις απατηλές ονειρώξεις, η Ιταλία εμπλέκεται με πάθος. Είναι γνωστά τα καταστροφικά οικονομικά αποτελέσματα και ο μεγάλος φόρος αίματος στα πεδία των μαχών, αλλά αξίζει να επισημάνουμε πως, όσο κι αν η χώρα του Μουσολίνι συντέλεσε στην νίκη του δυτικού συνασπισμού, ουσιαστικά η θέση της μετά την λήξη του πολέμου κατήντησε δυσμενέστερη. Το εθνικό χρέος αυξήθηκε κατά 500% και ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 300%, ενώ οι απώλειες συνεχώς διογκώνονταν εξαιτίας της αποτυχίας των ιταλικών επιθέσεων. 

Το αποτέλεσμα αυτών των θλιβερών απολογισμών ήταν η γιγάντωση του εθνικισμού στο εσωτερικό της χώρας και η εμφάνιση νέων Fasci, που έσπρωχναν τον λαό στην υιοθέτηση μιας ακόμη πιο “σιδηράς” κι άκαμπτης πειθαρχίας για το καλό της πατρίδας. Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος δεν έφερε την ποθητή εθνική ενοποίηση, αλλά το αντίθετο. Την στιγμή που αρκετοί βιομηχανικοί εργάτες απουσίαζαν από το μέτωπο προς εξυπηρέτηση της εργοστασιακής παραγωγής και οι βετεράνοι (combattenti) άρχισαν να τους μισούν και να τους αποκαλούν “κοπανατζήδες” (imboscati), το ΙΣΚ παρέμενε αμετάπειστο στην πολιτική της ουδετερότητας με σύνθημα “Νe aderire, ne sabbotare” (ούτε υποστήριξη, ούτε σαμποτάζ), βυθισμένο σε μια απελπιστική πανευρωπαϊκή απομόνωση και έχοντας απολέσει την αλλοτινή ευρεία λαϊκή υποστήριξη. 

Η ένταση της αντίδρασης των “ορθόδοξων” Ιταλών σοσιαλιστών όχι μόνο δεν φόβιζε τον αποφασισμένο και αμετανόητο Μουσολίνι, αλλά τουναντίον αποτέλεσε πραγματικό τονωτικό και αναζωογονητικό οξυγόνο για τις αποφάσεις του να διαφοροποιηθεί και να συγκεντρώσει πάνω του όλη εκείνη την απαιτούμενη για το μέλλον ισχύ, που πηγάζει από την προσέγγιση του λαϊκού ενθουσιασμού.






Η λήξη του πολέμου (που για την Ιταλία στοίχισε σε ανθρώπινες ζωές περίπου 750.000 νεκρούς και πάνω από 1.000.000 τραυματίες -εκτός από το οικονομικό και κοινωνικό χάος που δημιούργησε) δεν υπήρξε θετική και ως προς τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ιταλίας. Ουσιαστικά δεν επήλθε ικανοποίηση αναφορικά με τις διεκδικήσεις της στην Τουρκία και την Αφρική, αλλά μόνο ως προς την περιοχή του Τρεντίνο και της Τεργέστης. 

Αυτή η vittoria mutilata (κολοβή νίκη), σε συνδυασμό με την απογοήτευση που επέφερε στις λαϊκές μάζες εξαιτίας της ανεργίας και της πολιτικής αστάθειας, οδήγησε στην απαξίωση του εκλογικού και πολιτικού συστήματος της χώρας, που τώρα θεωρούνταν περισσότερο από ποτέ ξεπερασμένα. 

Ο νέος εκλογικός νόμος που εφαρμόστηκε κατά τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές ευνοούσε τα μαζικά κόμματα, που ωστόσο δεν κατάφεραν να συνεργαστούν μεταξύ τους. Το ΙΣΚ ήταν ο μεγάλος νικητής, αλλά κράτησε εχθρική στάση απέναντι στο νεοϊδρυθέν Κόμμα του Ιταλικού Λαού (PPI). Οι κλασικοί φιλελεύθεροι είχαν την μεγαλύτερη δύναμη στο Κοινοβούλιο, αλλά αδυνατούσαν να ελέγξουν την πλειοψηφία και για τον λόγο αυτό χρειάζονταν δυνατές συμμαχίες. Η επαναστατική πτέρυγα των Σοσιαλιστών διατυμπάνιζε την βίαιη κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, ως αναγκαία φάση για το πέρασμα στην δικτατορία του προλεταριάτου. 

Το 1920 το συνδικαλιστικό κίνημα αύξησε τα μέλη του από 250.000 σε 2.000.000! Οι απεργίες στον βιομηχανικό και αγροτικό τομέα, οι καταλήψεις και οι βιαιοπραγίες, καταμαρτυρούσαν πως η κατάσταση είχε οριστικά ξεφύγει από τον έλεγχο και ότι ήταν ζήτημα χρόνου το ξέσπασμα μιας καθολικής επανάστασης μπολσεβικικού χαρακτήρα. Η διετία 1919-1920 έμεινε γνωστή ως “bienio rosso” (“κόκκινη διετία”).




Μέσα σε αυτό το έκρυθμο κλίμα μια ομάδα εθνικιστών σοσιαλιστών και αριστεριστών παρεμβατιστών, με βασικότερο ηγέτη τον Μουσολίνι, ιδρύουν το 1919 στο Μιλάνο το κίνημα των Fasci Italiani di Combattimento (Λίγκα των Ιταλών Βετεράνων). Βασικές τους επιδιώξεις είναι η ανακήρυξη της Δημοκρατίας, το καθολικό εκλογικό δικαίωμα, η κατάργηση των τίτλων ευγενείας, της γραφειοκρατίας, της Γερουσίας και της υποχρεωτικής θητείας. Επιθυμούν τον γενικό αφοπλισμό και την απαγόρευση της πολεμικής παραγωγής για όλα τα κράτη, την ελευθερία γνώμης, Τύπου, θρησκευτικής συνείδησης και ιδεών. 

Οι υπέρμαχοι όλων αυτών δεν θα παραλείψουν στις 13 Απριλίου 1919 να επιτεθούν κατά σοσιαλιστών στο Μιλάνο σκοτώνοντας τρεις από αυτούς και να καταστρέψουν τα γραφεία του Avanti, καταδεικνύοντας το πώς οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν την δημοκρατία και την πολυφωνία. Η επίθεση βέβαια δεν ήταν προγραμματισμένη, ούτε κι αποτελούσε τον κανόνα.





Κατά την διάρκεια επίσημης επίσκεψης των δύο δικτατόρων στην Γιουγκοσλαβία


Ωστόσο οι Φασίστες γνωρίζουν πολύ καλά από δημαγωγία και λαϊκισμό. Δανειζόμενοι παραδοσιακά συνθήματα της αριστεράς, διαδηλώνουν υπέρ της καθιέρωσης του εργατικού οκταώρου, τον καθορισμό του κατώτατου μεροκάματου και της συνδικαλιστικής συμμετοχής στην διοίκηση των εργοστασίων. Προωθούν τις συνεχείς καταλήψεις, βάλλουν κατά των μεγαλοϊδιοκτητών της αγροτικής γης και επιζητούν την αναδιανομή των μη παραγωγικών κλήρων στους αγρότες. 

Στο στόχαστρο ασφαλώς τίθενται και οι διεφθαρμένοι αστοί πολιτικοί και βουλευτές, για τους οποίους η τιμωρία δεν μπορεί να είναι άλλη από την “κρεμάλα”. Δεν είναι λοιπόν η (ανύπαρκτη έτσι κι αλλιώς) κομμουνιστική απειλή, που συγκεντρώνει τα πυρά του Φασισμού στα πρώτα του βήματα, αλλά το φιλελεύθερο αστικό κράτος και η μπουρζουαζία της αριστοκρατίας του αίματος, τα κατάλοιπα του πάλαι ποτέ κραταιού φεουδαρχικού συστήματος και η οργανωμένη εκκλησία.




Εντούτοις, απουσιάζουν οι ξεκάθαρες θέσεις και ο συνεπής προγραμματισμός από τις προεκλογικές τους εξαγγελίες. Στις εκλογές του Νοέμβρη του 1919 γνωρίζουν βαριά ήττα, αφού ακόμη και στο βιομηχανικό Μιλάνο αποσπούν μόνο 5.000 ψήφους (σε σύνολο 275.000). Αλλά το ηθικό τους παραμένει απτόητο. Επινοούν νέα μέσα εντυπωσιασμού: Περίτεχνα σύμβολα και στολές υποβλητικές, σημαίες φιλοτεχνημένες με μαεστρία, μουσικές, τραγούδια, λάβαρα. Κάθε κομματική συγκέντρωση, κάθε πορεία ή εκδήλωση αποτελεί τώρα πια σωστή φιέστα. 

Ταυτόχρονα, ο ιταλικός σοβινισμός επαναστατεί με την ευκαιρία της διένεξης Ιταλίας - Γιουγκοσλαβίας για την Δαλματία. Οι σοσιαλιστές και η αριστερά θα βρεθούν και πάλι κόντρα στο ρεύμα, που απαιτεί ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Οι φασίστες και οι ακραίοι εθνικιστές, που στις τάξεις τους τώρα έχουν προσχωρήσει και απόστρατοι αξιωματικοί, άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης, καθώς επίσης και άλλοι απογοητευμένοι από την παθητικότητα της ιταλικής Κυβέρνησης, θ’ αντιδράσουν βίαια εναντίον των ειρηνιστών με τραμπουκισμούς και ξυλοφορτώματα. Κι όταν πια ο Ντ’ Ανούντσιο (που αργότερα ο Μουσολίνι θα τον ανακηρύξει εθνικό ποιητή) τον Σεπτέμβρη του 1919 θα καταλάβει το Φιούμε, κουρελιάζοντας κυριολεκτικά το ήδη πληγωμένο γόητρο μιας Κυβέρνησης που αποδεικνυόταν ολοφάνερα πλέον ανίκανη να διεκδικήσει το παραμικρό προς όφελος της χώρας, ο δρόμος προς το πολυπόθητο πραξικόπημα που προετοιμάζεται με σπουδή τόσο καιρό θα είναι ανοιχτός. 

Είναι η εποχή των δράσεων, αλλά και των εντυπωσιασμών: Υιοθετούνται οι μαύρες στολές των Arditi (Μαχητές Ταγμάτων εφόδου) και ο ρωμαϊκός χαιρετισμός με υψωμένο το δεξί χέρι.



Το ιταλικό κράτος βρίσκεται πια στα πρόθυρα της διάλυσης. Η αστυνομία, ο στρατός, οι δημόσιοι υπάλληλοι, ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός και τα θεσμικά όργανα προσχωρούν σταδιακά στους ακροδεξιούς του Ντ’ Ανούντσιο και του Μουσολίνι. 

Ο τελευταίος προσεταιρίζεται φανερά πια τους εθνικιστές και τους καπιταλιστές, σπρωγμένος από έναν ξεδιάντροπο οπορτουνισμό. Ξεπουλά το εργατικό κίνημα και το προλεταριάτο που τον πίστεψε, την αγροτική λαϊκή μάζα που τον στήριξε με τόσο πάθος και αυταπάρνηση, επειδή το ευαίσθητο πολιτικό του ένστικτο διαβλέπει ότι το μέλλον ανήκει οριστικά στους εμπρησμούς, την τρομοκρατία και την βία των Arditi και των Ομάδων Εφόδου. Οι νόμιμες διαδικασίες, άλλωστε, δεν μπορούν από μόνες τους να του χαρίσουν την εξουσία, αφού ούτε και οι εκλογές του 1920 για την ανάδειξη των κοινοτικών συμβουλίων θα φέρουν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Η πλάστιγγα γέρνει ξανά προς τους συντηρητικούς δεξιούς, που μαζί με τους “ορθόδοξους” σοσιαλιστές, τους κομμουνιστές και τον υπέργηρο πρωθυπουργό Τζολίτι απλώς κοιτούν την αστυνομία να συνδράμει τους φασίστες στο καταστροφικό τους έργο: Δολοφονίες αριστερών κοινοτικών και δημοτικών αρχών, εμπρησμοί εργατικών κέντρων, σωματείων, συνεταιρισμών και “οίκων του λαού”.




Το 1921 ο Μουσολίνι αποδεικνύεται για δεύτερη φορά αποστάτης. Ενόψει των εκλογών, θα συμμετέχει στον “Εθνικό Συνασπισμό” -οπότε θα κατέβει στις εκλογές σε ενιαίο ψηφοδέλτιο με τις υπόλοιπες αστικές δυνάμεις. Ο Τζολίτι αφελώς ελπίζει ότι με τον τρόπο αυτό θα κατευνάσει την μαχητικότητα του φασιστικού “πυροτεχνήματος” και θ’ αποφευχθούν οι ακρότητες. 

Ωστόσο η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Ολόκληρη η χώρα και ιδιαίτερα η Β. Ιταλία με τα δεκάδες εργατικά και βιομηχανικά κέντρα θα σπαράξει από τις φασιστικές φρικαλεότητες. Αλλά και οι αναρχικοί και οι σοσιαλιστές δεν υστερούν καθόλου σε επίδειξη εγκληματικότητας. Υπολογίζονται περίπου 200 δολοφονίες πολιτικών κινήτρων μέσα στους πρώτους 4 μήνες του 1921.




Η είσοδος του Μουσολίνι στο Κοινοβούλιο είναι πια γεγονός και μπορεί να εκληφθεί σαν προσωπικός του θρίαμβος, αφού στο Μιλάνο του αποδόθηκαν 200 χιλιάδες ψήφοι. Στην πρώτη του κιόλας κοινοβουλευτική ομιλία δηλώνει φανατικός αντιδημοκράτης και πολέμιος του σοσιαλισμού, αποποιείται των ιδεών του διεθνισμού και αποτρέπει την αβασάνιστη αποδοχή των μαρξιστικών θεωριών ως βλαβερών για την ουσία του πατριωτικού τοπικισμού. Στην δεύτερη ομιλία του δεν θα διστάσει να προτείνει έμμεσα μια συνεργασία με τους Κομμουνιστές, υποστηρίζοντας πως ο ταξικός τους προσανατολισμός με τον δικό του εθνικό μπορούν κάλλιστα να συνοδοιπορήσουν.




Μετά την παραίτηση του Τζολίτι αναλαμβάνει ο Ιβανόε Μπονόμι, που μάταια κι αυτός θα προσπαθήσει με την σειρά του ν’ αποτρέψει τον εκφυλισμό της κοινωνικής συνοχής της χώρας. Στον δρόμο μαίνονται οι συγκρούσεις μεταξύ των αριστερών Arditi del Popolo (Τολμηροί του Λαού) και των Squadristi (Φασιστικά Τάγματα Εφόδου). Ο Μουσολίνι, με τον γνωστό του θεατρινισμό και το θράσος του δημαγωγού, κατηγορεί τα θύματά του για “κόκκινη τρομοκρατία”, αλλά καταφέρνει τελευταία στιγμή να ελέγξει τους φανατικούς τραμπούκους του δρόμου (αργότερα ο Χίτλερ θα τον μιμηθεί σε αυτή την πρακτική σκοπιμότητας, αν και κατά πολύ πιο απάνθρωπα και αποτελεσματικά -εξολοθρεύοντας στην κυριολεξία τους πραιτοριανούς του Ραιμ κατά την “νύχτα των μεγάλων μαχαιριών”). 

Με το Σύμφωνο Ειρήνης (Patto di Pacificazione) που θα συνάψει με το ΙΣΚ εφαρμόζει κατ’ ουσίαν την τρίτη του αποστασία - με την διαφορά ότι τώρα μοιράζεται τον ρόλο του προδότη με τους σοσιαλιστές, που κι αυτοί θα κατηγορηθούν από τους αναρχοκομμουνιστές οπαδούς τους για αποστασία. Οι ακραίοι φασίστες δυσανασχετούν με αυτή του την μετριοπαθή και κατευναστική τακτική, τον κατηγορούν μάλιστα ανοιχτά για προδοσία και μερικοί θερμόαιμοι απαιτούν την καθαίρεσή του. Οι φανατικοί του Ντ’ Ανούντσιο, στερημένοι από κάθε πολιτικό ένστικτο κι ανίκανοι να κατανοήσουν κάθε έννοια πολιτικού οπορτουνισμού, θα συνεχίσουν τις επιδρομές και τους τραμπουκισμούς εν ονόματι ενός δήθεν “μαρξιστικού κινδύνου”. 

Ο Μουσολίνι, βλέποντας τα περιθώρια για μια αποκλειστική από τον ίδιο χειραγώγηση του φασιστικού κινήματος να στενεύουν επικίνδυνα, κάνει στροφή 180 μοιρών: Καταγγέλλει το Σύμφωνο Ειρήνης και ιδρύει το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα (PNF - Partito Nationale Fascista), προσεταιριζόμενος ξανά τους Squadristi, που εξαπολύονται με αγριότερες διαθέσεις κατά των εκπροσώπων του εργατικού κινήματος. Στο διπλωματικό όμως πεδίο, δεν παύει να επιζητεί τις “συμμαχίες” των μεγάλων κομμάτων προκειμένου να ενδυναμώσει κι άλλο την κοινοβουλευτική του θέση. Υπήρχε ασφαλώς αρκετός χρόνος αργότερα για να τα εξολοθρεύσει, στα πλαίσια της “θείας αποστολής” που ο “Ντούτσε” είχε αναλάβει.




Το PNF οργανώθηκε πάνω στον άξονα “τάξη - πειθαρχία - ιεραρχία” και προσανατολίστηκε σταθερά κατά της μοναρχίας και υπέρ του οικονομικού φιλελευθερισμού, της μείωσης των κρατικών δαπανών, της θέσπισης μιας δικαιότερης κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας και της ανάπτυξης κλαδικών και φοιτητικών οργανώσεων και συνδικάτων. Οι πορείες και οι εκδηλώσεις του είναι μεγαλειώδεις και αξιοθαύμαστες όσον αφορά το τελικό ψυχολογικό αποτέλεσμα: Σημαίες και λάβαρα, σύμβολα νέα και παλαιά, πολεμικά άσματα και ύμνοι λατρείας, μαζικές νεκρώσιμες τελετές για τους πεσόντες στα πεδία των μαχών ή των πολιτικών συγκρούσεων -όλα αποσκοπούν σε μια καθόλου ευκαταφρόνητη υπόμνηση ότι ο Φασισμός είναι παρών, περισσότερο διεκδικητικός και μαχητικός από ποτέ. Ο μύθος της αρχαίας Ρώμης, που αναγεννάται σε μια νέα Ρώμη εθνικιστικού χαρακτήρα, καταλαμβάνει κεντρική θέση στην φασιστική ιδεολογία και αποτελεί την κατευθυντήρια γραμμή του προπαγανδιστικού προγράμματος: οι μελανοχίτωνες οργανώνονται σε λεγεώνες, κοόρτες και εκατονταρχίες, η χρήση ρωμαϊκών εμβλημάτων και τίτλων για τους διοικητές γενικεύεται και τα επίπεδα της βίας φτάνουν πλέον σε τέτοιο ύψος, που και οι ίδιοι οι Φασίστες ηγέτες ανησυχούν.




Αναλαμβάνοντας την πρωθυπουργία ο Λουίτζι Φάκτα το 1922, σε αντικατάσταση του Μπονόμι, δημιούργησε έναν κεντροδεξιό συνασπισμό προς αντιμετώπιση του Φασιστικού κινήματος, αλλά Σοσιαλιστές και κεντρώοι Φιλελεύθεροι δεν συντονίστηκαν αποτελεσματικά, ενώ οι υπόλοιπες συντηρητικές δυνάμεις ανέχονταν τους Φασίστες σαν πολιτικό ανάχωμα κατά της ορμής της κομμουνιστικής αριστεράς. Η δημιουργία της Εργατικής Συμμαχίας (Alleanza del Lavoro) από τους σοσιαλιστές, τους ρεπουμπλικάνους και τους συνδικαλιστές αναρχικούς, τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς, δεν κατάφερε επίσης να εντάξει στους κόλπους τους υπερασπιστές του αστικού φιλελευθερισμού και οδήγησε στην αποτυχημένη διήμερη απεργία του Αυγούστου. Οι Φασίστες ανταπέδωσαν σκληρά σε αυτή την “μίνι” αντίδραση με νέα κύματα βίας.




Το παροδοξότερο όλων ήταν πως υψηλότατοι κληρικοί και διανοούμενοι, ακόμη και μέλη της βασιλικής οικογένειας αντιμετώπιζαν ευνοϊκά τους Φασίστες, όπως άλλωστε ο στρατός και ο διοικητικός κορμός της χώρας. Όλοι αυτοί στήριζαν με τον τρόπο τους τον Μουσολίνι, παρά τις επιθέσεις του τελευταίου εναντίον τους σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, αλλά και μέσω του τύπου. Το πλέον παράλογο ήταν πως τον στήριζαν και όσοι δέχτηκαν την “γροθιά” του στα πεζοδρόμια, όπως για παράδειγμα οι ακραίοι αριστεριστές και οι αναρχικοί μαρξιστές. Δεν υπήρχε λοιπόν καταλληλότερη στιγμή από αυτήν για τον Μουσολίνι να καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία.




Έτσι, στις 27 Οκτωβρίου 1922 οι Φασίστες αρχίζουν τις κινητοποιήσεις τους, καταλαμβάνοντας αρχικά αστυνομικά τμήματα, οπλοστάσια και δημόσιες υπηρεσίες στην Β. Ιταλία, σχεδόν χωρίς χρήση βίας. Σκοπεύουν να συγκεντρωθούν στην Ρώμη σε μια πορεία επίδειξης δύναμης και όχι να καταλάβουν με βία την εξουσία. Πράγματι, μια μέρα μετά, οι μελανοχίτωνες οδεύουν προς την Ρώμη με κάθε διαθέσιμο μέσο. Στρατός και αστυνομία εκφράζουν την νομιμοφροσύνη τους προς τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ, διαβεβαιώνοντας πως μπορούν άμεσα να διαλύσουν τους κινηματίες. 

Αλλά ο βασιλιάς διστάζει να υπογράψει το διάταγμα επιβολής στρατιωτικού νόμου φοβούμενος εμφύλιο πόλεμο κι αυτό οδηγεί την κυβέρνηση Φάκτα σε παραίτηση. Ο Μουσολίνι, που από το Μιλάνο αρνείται οποιαδήποτε άλλη θέση εκτός από αυτήν του πρωθυπουργού, καλείται στην πρωτεύουσα προκειμένου πια ν’ αναλάβει την ηγεσία ενός κοινοβουλευτικού συνασπισμού. Καταφτάνει στις 30 Οκτωβρίου, ενώ την επομένη οι μελανοχίτωνες, που μέχρι τότε παρέμεναν στις παρυφές της πόλης κραδαίνοντας τ’ αγαπημένα τους ρόπαλα (manganelli), εισέρχονται στην Ρώμη θριαμβευτές.



Δεν πρόκειται όμως για ένοπλη επανάσταση -ούτε καν για πραξικόπημα. Ο “Ντούτσε” σε ηλικία μόλις 39 ετών ανέλαβε απλά επικεφαλής ενός πολυκομματικού συνασπισμού, με προγραμματισμένο πλάνο άσκησης της εξουσίας σε πρώτη φάση για ένα έτος -μια νομιμότατη διαδικασία. Κύριο μέλημα της νέας κυβέρνησης ήταν η εξυγίανση των οικονομικών και η εργατική πολιτική. 

Προσωπικά ο Μουσολίνι πάσχιζε να σταθεροποιήσει την θέση του στο εσωτερικό του κόμματος. Προς τούτο ιδρύει το Φασιστικό Μεγάλο Συμβούλιο, με διοικητικές και εκτελεστικές εξουσίες ελεγχόμενες από τον ίδιο, και τον Ιανουάριο του 1923 την Εθελοντική Πολιτοφυλακή Εθνικής Ασφάλειας (Milizia Volontaria per la Sicurezza Nationale), προσδίδοντας στους μελανοχίτωνες χαρακτηριστικά κρατικού θεσμού. Την διοίκηση της MVSN αναλαμβάνουν αξιωματικοί του στρατού, με ρόλο καθαρά ασφαλιστικό του φασιστικού καθεστώτος. 

Αλλά ο νεαρός ηγέτης δεν αισθάνεται σταθερός στα πόδια του, επειδή οι ακραίοι εξτρεμιστές και οι φανατικοί σκληροπυρηνικοί που τον πλαισιώνουν καιροσκοπικά επιζητούν μια αμεσότερη σύνδεση με την απόλυτη εξουσία πιέζοντας αφόρητα για φασιστική επανάσταση και επιβολή της δικτατορίας. 

Ο Μουσολίνι δεν καθορίζει πια τις εξελίξεις αλλά σύρεται απ’ τα γεγονότα, έχοντας πέσει θύμα των πολυάριθμων μέσα στο φασιστικό κίνημα διασπαστικών τάσεων, που ο ίδιος ακούσια καλλιέργησε προκειμένου να δικαιολογήσει ιδεολογικά τις πολιτικές του συμμαχίες. 

Οι εθνικιστές και οι Squadristi επιθυμούν την συνεργασία με την υφιστάμενη πολιτική ελίτ, οι εξτρεμιστές την άμεση αντικατάσταση του φιλελεύθερου συστήματος από μια δικτατορία, οι συνδικαλιστές προσανατολίζονταν προς μια φιλεργατική διακυβέρνηση με στόχο τον εκσυγχρονισμό και εκδημοκρατισμό της οικονομίας, ενώ οι μετριοπαθείς απεχθάνονταν την δικτατορία. 

Τέλος, υπήρχαν και άλλα ρεύματα μικρότερης σημασίας: οι Καθολικοί Φασίστες (Clerico - Fascisti), που επιζητούσαν την σύμπλευση με τον καθολικισμό· οι Μοναρχοφασίστες, που οραματίζονταν μια δικτατορία απόλυτα μοναρχική υπό τον Βίκτορα Εμμανουήλ· οι ιδεαλιστές, με ορίζοντα την πολιτιστική επανάσταση· οι ακραίοι αριστεριστές, που φιλοδοξούσαν σε μια λαϊκή επανάσταση στους κόλπους του φασιστικού κινήματος και οι ελιτιστές αποκρυφιστές, που προσδοκούσαν την αναβίωση της αριστοκρατικής κοινωνικής δομής της αρχαίας Ρώμης με την υιοθέτηση ιμπεριαλιστικών αρχών παγανιστικού χαρακτήρα. 

Μπροστά σε όλες αυτές τις τάσεις ο Μουσολίνι παρέμενε μετέωρος, προσπαθώντας να βρει τρόπους που θα τον στήριζαν να συγκρατήσει τα ηνία του κόμματος, αλλά και την θέση του στην πολιτική εξουσία, αφού ακόμη δεν έχαιρε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.




Η πλειοψηφία των εδρών κατακτήθηκε με την αρωγή του Νόμου Ατσέρμπο στις εκλογές του Απριλίου του 1924. Η κρίση της κυβέρνησης Μουσολίνι από την υπόθεση Μεταότι, παρά την κατάθλιψη που έφερε στον “Ντούτσε” και το γερό ταρακούνημα της θέσης του, τελικά έληξε υπέρ της δραστικής αντίδρασης των Φασιστών. Ο Μουσολίνι, πιεσμένος από ακραία στελέχη του κόμματός του και καλυμμένος από την γνωστή ανικανότητα του βασιλιά (που -μεταξύ άλλων- δίσταζε ν’ αποσύρει την εμπιστοσύνη του προς αυτόν, επειδή κατείχε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία), προχωρεί σε ρήξη με τους Φιλελεύθερους και αναλαμβάνει την “ιστορική”, “πολιτική” και “ηθική” ευθύνη των γεγονότων. Διαλύει το Κοινοβούλιο και απαγορεύει την επιστροφή των αντιπολιτευομένων Βουλευτών σε αυτό, διατάζοντας την αστυνομία να καταπνίξει κάθε αντίδραση. Ακολουθεί όργιο συλλήψεων, λογοκρισία, απαγόρευση της λειτουργίας των μασονικών στοών και κλείσιμο όλων των συνδικάτων, εκτός από τα φασιστικά συνδικάτα που αναγνώριζε η συνομοσπονδία των βιομηχάνων (Confindustria). 

O δικτάτορας Μουσολίνι είναι πλέον υπόλογος μονάχα στον ίδιο τον βασιλιά...




Μετά την τέταρτη απόπειρα κατά της ζωής του, ο Μουσολίνι απαγορεύει την ύπαρξη και δράση άλλων κομμάτων εκτός του φασιστικού, που άτυπα και σταδιακά ανακηρύσσεται ως επικυρίαρχος της κυβέρνησης. 

Τον Σεπτέμβριο του 1929 το Μεγάλο Συμβούλιο του Φασιστικού Κόμματος αναδεικνύεται ως ανώτατο όργανο συντονισμού των κυβερνητικών δραστηριοτήτων, κατά παράβαση του ιταλικού Συντάγματος που αναγνώριζε αυτό το δικαίωμα μόνο στον Μονάρχη. Τυπικά η εξουσία ανήκε ακόμη στον Βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ, η Γερουσία ήταν παροπλισμένη, οι δήμαρχοι διορίζονταν με διατάγματα και η ισχύς του νόμου περί ευθύνης των Υπουργών ανεστάλη επ’ αόριστον. 

Τώρα κυβερνούσε το Κόμμα μέσω διαταγμάτων, χωρίς ωστόσο να παρεμβαίνει στην Δικαστική Εξουσία ή να “φασιστοποιεί” τον κορμό της δημόσιας διοίκησης. Αργότερα, το Ειδικό Δικαστήριο Άμυνας του Κράτους υπήρξε ιδιαίτερα ελαστικό στις αποφάσεις του, όταν δίκαζε πολιτικές υποθέσεις. 

Αξίζει να σημειωθεί πως στην διετία 1927 - 1929 μόνο μια καταδίκη σε θάνατο αποφασίστηκε από αυτό το δικαστήριο, ενώ Η Πολιτική Αστυνομία καταδίκασε σε όλη την διάρκεια της δικτατορίας μόνο πέντε χιλιάδες άτομα στην ποινή της φυλάκισης και περίπου διπλάσια σε αυτήν της εσωτερικής εξορίας (Confino). Ούτε η οικονομική πολιτική άλλαξε δραματικά, αφού το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η ελίτ των βιομηχάνων παρέμεναν σχετικά ανεξάρτητοι, όπως και το εργατικό δυναμικό της χώρας, που ελεγχόταν βασικά από τα συνδικάτα.



Συμπερασματικά, το Κόμμα δεν εφάρμοσε μια στυγνού τύπου δικτατορία (όπως το Ναζιστικό Κόμμα του Χίτλερ στην Γερμανία ή του Στάλιν στην Σοβιετική Ένωση), αλλά υποτάχθηκε στην επικυριαρχία του πολιτικού καθεστώτος. Τα μέλη του Κόμματος παρέμεναν συχνά εκτός κυβέρνησης, επειδή ακολουθήθηκε γενικά η αρχή της φασιστοποίησης των ήδη διορισμένων προσώπων στις θέσεις των θεσμικών και κρατικών οργάνων. Σε πολλούς νευραλγικούς τομείς, όπως η Παιδεία και η τοπική αυτοδιοίκηση, οι Φασίστες αποτελούσαν μια παράδοξη μειοψηφία και η κατάσταση τα επόμενα χρόνια δεν φαίνεται να διαφοροποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό. 

Σε μια Ιταλία που ματαιοπονούσε να βρει τον δρόμο της ανάμεσα στα σύγχρονα αστικά κράτη, η τυπολατρία του αρχαίου ρωμαϊκού μεγαλείου και η προσωπολατρία του “Ντούτσε” αναμιγνύονταν αδιάλειπτα με το φασιστικό κύμα μιας επιφαινόμενης τρομοκρατίας κι ενός χλιαρά αμφισβητούμενου δεσποτισμού, αναπαράγοντας το πολιτικό κιτς της οικουμενικής διάνοιας ενός μανιοκαταθλιπτικού ηγέτη, που μέσα από την βάσανο του γαστρικού έλκους και των στομαχικών νευρώσεων οραματίστηκε να σώσει την χώρα του από την αστάθεια και το χάος των θεσιθήρων πολιτικών και της ανίκανης μοναρχίας.




Το σχετικά ήπιο αυταρχικό καθεστώς του Μουσολίνι, γέννημα της διστακτικότητας και της ανωριμότητας των μεγάλων αστικών κομμάτων και της αφροσύνης των πραγματικών υπερασπιστών της εργατικής τάξης και των αγροτικών μαζών, δεν κατόρθωσε ποτέ ν’ αγγίξει τα όρια του ολοκληρωτισμού, ούτε να ξεπεράσει το φράγμα της φρίκης των άλλων γνωστών μας δικτατορικών καθεστώτων. 

Ο λόγος είναι απλός: ο Μουσολίνι, είτε εξαιτίας μιας ανεξήγητης ψυχολογικής παρόρμησης, είτε από γνήσιο πολιτικό “πιστεύω”, παρέμεινε σε όλη του την ζωή δέσμιος του κατεστημένου και των ήδη λειτουργούντων θεσμών, όντας και ο ίδιος θύμα της έμφυτης συμβιβαστικής διάθεσης που τον χαρακτήριζε. Ορμώμενος από φιλολαϊκά κίνητρα κι έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα του την σοσιαλιστική ιδέα από το οικογενειακό του περιβάλλον, κατέληξε να ενσαρκώσει τον ρόλο του αυταρχικού και δεσποτικού πατριώτη ηγέτη, που επενδύθηκε την ταξική του “προβιά” υπέρ των εθνικιστικών του ενστίκτων. Κι αυτό ασφαλώς είναι φυσικό αποτέλεσμα της δράσης ενός ανθρώπου, που ποτέ του δεν κατάφερε να ξεφύγει από τον πρώτο μικροαστικό του περίγυρο.



Οι παρτιζάνοι που συνέλαβαν τον Μουσολίνι επέτρεψαν σε κατοίκους του Dongo, ένα χωριό στις όχθες της λίμνης Como, να τον εκτελέσουν. Στην συνέχεια το πτώμα του μεταφέρθηκε στο Μιλάνο. Εκεί, μεταξύ άλλων, κρεμάστηκε ανάποδα στην κεντρική πλατεία. Δίπλα του κρέμεται η ερωμένη του, Κλαρέτα Πετάτσι (Claretta Petatsi).


Δεν θα μπορούσαμε εύκολα να ισχυριστούμε ότι ο Μουσολίνι ήταν “τέκνο” περισσότερο των συγκυριών της εποχής και λιγότερο της ιταλικής αγροτικής επαρχίας -παρά την φαινομενική πρωτοποριακή του δράση. Ενατένισε το μέλλον καιροσκοπικά και προσπάθησε δημαγωγικά να στηρίξει την εξουσία του με οποιοδήποτε κόστος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε την απάρνηση θέσεων και ιδεών που άλλοτε προασπιζόταν με πάθος. Ασφαλώς είχε την σπάνια για τους δικτάτορες προσαρμοστική ικανότητα, αλλά παραδόξως η ικανότητά του αυτή συντόμευσε την πολιτική του καριέρα. 

Προφανώς οι καιροί είχαν αλλάξει και δεν μπόρεσε ν’ αντιληφθεί πως, στην πολιτική, δεν είναι λίγες οι φορές που ανταμείβεται η αφέλεια και αποτυγχάνει η αυθεντία. Το πλήρωμα του χρόνου απέδειξε πως, ο άλλοτε επαγγελματίας επαναστάτης, μεταλλάχθηκε πολύ γρήγορα σε ερασιτέχνη δικτάτορα, προς απογοήτευση όλων όσων πίστεψαν σε αυτόν. Αναμφισβήτητα, αυτό οφείλεται στο ότι η ανθρώπινη διάνοια τελικά παραμένει αυστηρά μη προβλέψιμη.









ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1) D. M. Smith: “Mussolini” (N. York, 1982)
2) I. Kirkpatrick: “Mussolini: A Study in Power” (N. York, 1964)
3) C. Hibbert: “Benito Mussolini (London, 1962)
4) R. Collier: “Duce” (N. York, 1971)
5) A. J. Gregor: “Young Mussolini and the Intellectual Origins of Fascism” (Barkley, 1979)
6) D. J. Forsyth: “The Crisis of Liberal Italy” (N. York, 1993)
7) A. Lyttelton: “The Seizure of Power: Fascism in Italy 1919-1929” (N. York, 1973)
8) Georg Scheuer: “Σύντροφος Μουσολίνι - Ρίζες και δρόμοι του πρωτογενούς φασισμού” (εκδ. Φιλίστωρ, 1999)
9) Stanley G. Payne: “H Ιστορία του Φασισμού 1914-1945” (εκδ. Φιλίστωρ, 2000)
10) Ιστορία του Ελληνικου Έθνους (Εκδοτική Αθηνών)
11) Βασίλης Ραφαηλίδης: “θερμοί και Ψυχροί Πόλεμοι” (εκδ. Εικοσού Πρώτου, 1996)
12) Έγγραφα Βασιλικού Υπουργείου Εξωτερικών (έκδ. Αθήνα 1940)


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 8, τον Σεπτέμβριο του 2006