FREIKORPS


Οι παρακρατικοί ένοπλοι, που κατάφεραν να πνίξουν την
επανάσταση των “Σπαρτακιστών” στο αίμα και να
σχηματίσουν τους πρώτους πυρήνες των Ταγμάτων Εφόδου,
συντελώντας στην θεμελίωση του ναζιστικού καθεστώτος


Ιανουάριος 1919: Μέλη των freikorps εν δράσει, στους δρόμους του Βερολίνου.
Μια καθημερινή εικόνα εκείνη την ταραγμένη εποχή.


Η συμφορά

Το 1918 η Αυτοκρατορική Γερμανία διέρχεται μιας σοβαρότατης κρίσης σε στρατιωτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Παρά τις προσδοκίες της για έναν σύντομο νικηφόρο πόλεμο, οι φονικές μάχες ακόμη σπαράζουν την καρδιά της Ευρώπης, καθηλώνοντας χιλιάδες στρατιωτών στα μισητά χαρακώματα. Μετά τις πολύνεκρες μάχες του Απριλίου και την αποτυχία της μεγάλης επίθεσης του Μάρνη στα τέλη Ιουλίου, η ηγεσία του Γερμανικού Επιτελείου αντιλαμβάνεται πλέον πως ο πόλεμος έχει χαθεί και προετοιμάζεται σιωπηρά για την διαπραγμάτευση των όρων της ειρήνης.

Μα ο στρατός δεν έχει ολοκληρωτικά ηττηθεί. Αμύνεται σθεναρά, κρατώντας τον πόλεμο μακριά από τα σύνορα της πατρίδας του. Έχοντας μάλιστα νικήσει τους Ρώσους στην ανατολή και υποχρεώνοντάς τους στην επονείδιστη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918), ο πονοκέφαλος των δυνάμεων της Αντάντ επιδεινώνεται, αφού οι αποδεσμευμένες πια ανατολικές μεραρχίες των Γερμανών τοποθετούνται στο δυτικό μέτωπο. Αλλά η αποτυχία του υποβρυχιακού πολέμου της προηγούμενης χρονιάς, με τον οποίο ελπίζουν να εξαναγκάσουν την Αγγλία σε ανακωχή και να αποθαρρύνουν την επέμβαση των Αμερικανών, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στην εύθραυστη αισιοδοξία του Γενικού Επιτελείου.


Νοέμβριος 1918: Γερμανοί στρατιώτες επιστρέφουν από το μέτωπο
στο Βερολίνο, κάτω από βλέμματα συμπαθείας του λαού.
Για πολλούς από αυτούς οι περιπέτειες δεν θα σταματήσουν εδώ.



Στην διάρκεια του πολέμου, η Δεξιά προπαγάνδα εργαζόταν με ζήλο πάνω στον απατηλό καμβά του μύθου σχετικά με την “αταξική κοινωνία” των χαρακωμάτων. Οι φιλόδοξοι οπαδοί της μεγαλόπνοης πολιτικής του Κάϊσερ, οι εύπιστοι διανοούμενοι και οι θερμοκέφαλοι Πρώσοι αριστοκράτες στρατιωτικοί αρέσκονταν να φαντασιώνονται εξιδανικευμένες σχέσεις συντροφικότητας μεταξύ των συμπολεμιστών της πρώτης γραμμής, θεωρώντας τες αποτέλεσμα των κοινών μακροχρόνιων εμπειριών και κινδύνων. Δεν είναι απίθανο να συνέβαινε κάτι τέτοιο στις αρχές του πολέμου, όταν ακόμη η εύρωστη Reichswehr θριάμβευε. Μα στα τέλη του 1918, οι μαχητές οπωσδήποτε αισθάνονται διαφορετικά. Στον αριθμό αυτών που λίγο πριν την λήξη των εχθροπραξιών έσπευσαν να καταταγούν στα Freikorsps, θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε τον εξίσου σημαντικό αριθμό των μελών των αντιπολεμικών οργανώσεων, όπως η “Ένωση Αναπήρων Πολέμου”, η“Βετεράνοι του Πολέμου” κ.ά. Η επακόλουθη διαίρεση του λαού αντικατοπτρίζει τις διαφορετικότητες των εμπειριών και των αντιλήψεων των πολεμιστών, που σαφώς ενίσχυσαν το χάσμα μεταξύ των αντικρουόμενων πολιτικών ομάδων.


Ένοπλοι Σπαρτακιστές σε πορεία, στο κέντρο του Βερολίνου.
Σύντομα θα αποδειχθεί ότι ο ενθουσιασμός δεν αρκεί,
ώστε να θεωρηθεί επιτυχής μια επανάσταση.



Επιπλέον, η επιμονή του Επιτελείου σ’ έναν αμυντικό πόλεμο φθοράς του αντιπάλου αντιτίθεται στην γενική επιθυμία για ειρήνη. Το εξαντλημένο από τις μακροχρόνιες μάχες, στράτευμα έχει απολέσει την πίστη του στους Στρατάρχες, που πλέον αποδεικνύονται ανίκανοι να εξαργυρώσουν τον ποταμό αίματος με μια λαμπρή νίκη. Οι ελπίδες που στηρίχτηκαν στον οίκο των Χοχεντσόλερν (Hohenzollern) εξανεμίζονται κάτω από τον όλεθρο των βλημάτων και τον ενθουσιασμό των πρώτων νικών διαδέχεται ο τρόμος και η αβεβαιότητα για την ίδια την ύπαρξη. Οι αυταπάτες, που δημιούργησαν τα οράματα του Βίσμαρκ για μια δεσπόζουσα Γερμανία επί των “υπανθρώπων” (Untermenschen) της Ανατολής αποτελούν παρελθόν, αφού ο Γερμανός στρατιώτης δεν είναι πια πρόθυμος να πολεμάει για την δόξα των Πρώσων αριστοκρατών αξιωματικών και το μεγαλείο του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Συναισθάνεται το καταστροφικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η πατρίδα και προφασίζεται δικαιολογίες για να επιστρέψει σπίτι του. Πολλοί αυτοτραυματίζονται, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν λίγες μέρες “ανάρρωσης” σε κάποιο νοσοκομείο των μετόπισθεν. Άλλοι λιποτακτούν και παραδίνονται στα συμμαχικά στρατεύματα, που τώρα επελαύνουν ταχύτατα προς τον Ρήνο. Οι πεδιάδες της Καμπανίας και της Φλάνδρας, όπου οι νεοκαταταχθέντες νεαροί του 1914 οραματίζονταν μια ένδοξη νίκη, γίνεται ο τάφος χιλιάδων Γερμανών, την στιγμή που το Γενικό Επιτελείο και η ελίτ των αριστοκρατών του στρατού, εκτιμώντας με υπερβάλλουσα αισιοδοξία την απέλπιδα κατάσταση, πασχίζουν να περισώσουν το γόητρο και την ακεραιότητα του εξασθενημένου Ράιχ. Στα δυτικά, ορθώ-νεται η απειλή των Συμμάχων, που μόλις και μετά βίας συγκρατούνται από το να ξεχυθούν στις κοιλάδες του Ρουρ και να κατασφάξουν τις ατέλειωτες στρατιές “φαντασμάτων” που επέστρεφαν από τα χαρακώματα του Αρτουά, του Υπρ, του Αρράς και του Βερντέν. Στα ανατολικά, γιγαντώνονται τα πολωνικά κινήματα για την ανεξαρτησία, καθοδηγούμενα από την ατσάλινη πυγμή του Στρατάρχη Πιουσούντσκι (Piłsudski). Στα νότια, η αυτονομιστική τάση των επαρχιών της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης δυναμιτίζει την ενότητα του Ράιχ. Ολόκληρη η Γερμανία, μπροστά σε τούτη τη συμφορά, αγγίζει τα όρια της απόλυτης καταστροφής.


Μέλη του "Σώματος Έρχαρτ" σε περιπολία στην Βίλχελμστράσσε
του Βερολίνου. Όποιον συνελάμβαναν τον εκτελούσαν επί τόπου.



Λαϊκή αντίδραση

Πίσω στην πατρίδα, ο λαός που μέχρι τώρα υπέμενε τα πάνδεινα εξαιτίας των πολεμικών αναγκών, μπροστά στην ολέθρια αυτή κατάσταση επαναστατεί. Η διετία 1915-1916 χαρακτηρίζεται ήδη από αντιδραστικές κινητοποιήσεις, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, που πλήττονταν περισσότερο από έλλειψη τροφίμων και ειδών άμεσης ανάγκης. Το “μαύρο εμπόριο” παίρνει τραγικές διαστάσεις καταστρέφοντας τις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις, την στιγμή που μεγαλοσχήμονες επιχειρηματίες κυκλοφορούν επιδεικτικά με πολυτελείς λιμουζίνες και γούνινα παλτά, εκμεταλλευόμενοι κατά τον πιο ανήθικο τρόπο την ανάγκη των φτωχών συμπολιτών τους. Επιπλέον, έχουν στην οικογένειά τους στρατεύσιμα μέλη που ουδέποτε άγγιξαν όπλο. Η κοινωνική αυτή αδικία, σε συνδυασμό με το σοκ που προκαλεί η καθημερινή θέα των σακατεμένων στο μέτωπο παιδιών του λαού, διογκώνει ακόμη πιο πολύ το μίσος του λαού προς τη νομενκλατούρα και την αριστοκρατία του χρήματος. Το κοινωνικό χάσμα είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα δημιουργήσει τριγμό στα θεμέλια της πολιτείας. Η διαφθορά σε όλους σχεδόν τους τομείς των συνδιαλλαγών με τους δημόσιους λειτουργούς, η γραφειοκρατία, η άρνηση εξυπηρέτησης όσων δεν είχαν τα “μέσα” και τις “γνωριμίες” και η εξόφθαλμα μονόπλευρη προώθηση συμφερόντων των οικονομικά ισχυρών διχάζουν τον λαό σε βαθμό που να απειλείται η εθνική ενότητα. Το κράτος διαρκώς συρ-ρικνώνεται σ’ έναν ιδιοτελή μηχανισμό, που χωρίς κοινά αποδεκτές και αναγνωρισμένες εξουσίες αδυνατεί να επιβάλει το νόμο.

Το 1917 στο δελτίο σίτισης η ημερήσια μερίδα τροφής κατ’ άτομο ορίζεται κάτω από τις 1.000 θερμίδες, την στιγμή που απαιτείται παραπάνω από το διπλάσιο για να επιβιώσει ένας εργαζόμενος στις σκληρές καιρικές συνθήκες του χειμώνα. Ακόμη και το κάρβουνο, τα καύσιμα, τα φάρμακα, το αλεύρι σπανίζουν. Η διανομή κάποιων από αυτά γίνεται επιλεκτικά και σε ελάχιστες ποσότητες, αποκλείοντας ένα μεγάλος μέρος των αστικών πληθυσμών σε όφελος όσων μπορούν να χρηματίσουν τους αρμόδιους. Η συνείδηση, το δημόσιο συμφέρον και η ευημερία του λαού καταντούν έννοιες μη αναγνωρίσιμες. Παντού κυριαρχεί η κενότητα, το ατομικό συμφέρον και η διάθεση για παράνομο πλουτισμό. Οι κοινωνικές εντάσεις οξύνονται, οι πεινασμένες μάζες εφορμούν και λεηλατούν καταστήματα και αποθήκες μαυραγοριτών, οι απεργιακές κινητοποιήσεις διατρέχουν την χώρα από άκρη σε άκρη παραλύοντας κάθε παραγωγική διαδικασία. Η ανεργία, ο πληθωρισμός και η ευτέλιση της ανθρώπινης ζωής γίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της γερμανικής κοινωνίας, που σαστισμένη από την επικείμενη τελική ήττα και τον κίνδυνο μιας στρατιωτικής κατοχής από του Συμμάχους ανασκουμπώνεται και προσπαθεί να επιβιώσει. Οι γυναίκες, ελλείψει αντρικών χεριών, απασχολούνται στην βιομηχανία, στις μεταφορές, στις αγροτικές ασχολίες και γενικά οπουδήποτε μπορούν να χρησιμεύσουν. Οι ουρές στα σημεία διάθεσης τροφίμων ή κάρβουνου επιμηκύνονται ανησυχητικά, η πείνα θερίζει τα αστικά κέντρα και η ύπαιθρος βασανίζεται από “εισβολές” των εξαθλιωμένων αστών. Είναι πράγματι οι καταλληλότερες συνθήκες για να αναπτυχθεί η θεωρία της “πισώπλατης μαχαιριάς” (dolchstoss): οι προδότες Σοσιαλιστές πολιτικοί και οι Εβραίοι κεφαλαιοκράτες φέρουν την ευθύνη για την κατάντια της πατρίδας. Αυτοί οι ίδιοι θα προτάξουν την ιδέα της ανακωχής, την στιγμή που οι στοιχειωμένες ψυχές όσων μάταια χάθηκαν στα χαρακώματα δεν έχουν ακόμη αναπαυθεί.

Τον Νοέμβριο του 1918, η λαϊκή κατακραυγή για τους απαράδεκτα σκληρούς και άδικους όρους της ανακωχής επιβάλλει την παραίτηση του Γουλιέλμου Β΄ από το θρόνο και ο στρατός, συμπορευόμενος με τους εργάτες, τους μικρομεσαίους αστούς και τους μικροκαλλιεργητές της γης, επαναστατεί.


Επιθεώρηση των εθελοντών του Μέρκερ από τον Υπουργό Νόσκε.
Οι άντρες αυτοί αποδείχτηκαν ιδιαίτερα άκαμπτοι και σκληροί
κατά την διάρκεια της "κόκκινης επανάστασης".


Η “Δημοκρατία των Συμβουλίων”

Η επαναστατική κινητοποίηση ξεκίνησε από το Βίλχελμσχάβεν και το Κίελο κατά τα τέλη Οκτωβρίου. Στις 9 Νοεμβρίου φτάνει στο Βερολίνο, με κεντρικό σύνθημα τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Αρκετοί αντιδρούν σε αυτό το ρεύμα ηττοπάθειας. Όταν ανακοινώνεται το αίτημα της Γερμανίας για ανακωχή όλοι συγκλονίζονται, αφού κανείς δεν είναι ψυχολογικά έτοιμος να ενστερνιστεί την υπόθεση της ήττας. Οι κινητοποιημένες μάζες οργανώνονται σε Στρατιωτικά και Εργατικά Συμβούλια, αλλά οι ενέργειες αυτές αποτελούν μόνο την έκφραση ενός ασυντόνιστου και απείθαρχου αυθορμητισμού.

Οι ριζοσπαστικές αλλαγές που επιθυμούν προσανατολίζονται σε μια συνταγματική μοναρχία κι έναν εκδημοκρατισμό των υφιστάμενων θεσμών, όχι σε μια εκ θεμελίων ανατροπή του υπάρχοντος πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό της Δεξιάς, ότι η εξέγερση υποδαυλίστηκε από κομμουνιστές και αντιδραστικούς σοσιαλίζοντες, που τάχα εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα σκοτεινών σιωνιστικών κύκλων και μεγιστάνων της παραοικονομίας. Στην πραγματικότητα ήταν ο απλός λαός που σήκωσε, εξαιτίας της μαζικής δυσαρέσκειας προς τις δυσμενείς για την χώρα εξελίξεις του πολέμου, τις σημαίες της επανάστασης, καθιερώνοντας ένα καθεστώς “Δημοκρατίας των Συμβουλίων” (Räterepublik).

Ασφαλώς, στους κόλπους των εξεγερθέντων υπάρχει και μια μειονότητα ακραίων στοιχείων, που διεκδικούν πλήρη ανατροπή του καθεστώτος και περισσότερο ριζοσπαστικές αναμορφώσεις σε όλο το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό φάσμα (π.χ. κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών, των εργοστασίων και των ορυχείων, εκδημοκρατισμό του στρατού και των κρατικών υπηρεσιών -ακόμη και αλλαγή στο εκλογικό σύστημα). Είναι η περίοδος κλυδωνισμού της μοναρχίας και των παραδοσιακών αριστοκρατικών οικογενειών, που αιώνες τώρα μονοπωλούν το δικαίωμα στην εξουσία. Στις 7 Νοεμβρίου ο οίκος των Βίττελσμπαχ (Wittelsbach), από τον οποίο προέρχονται οι άρχοντες της Βαυαρίας για διάστημα μεγαλύ-τερο των 700 ετών, καταρρέει. Δυο μέρες αργότερα καταρρέει και η δυναστεία του Κάϊζερ. Η κόκκινη σημαία υψώνεται στο παλάτι του στο Βερολίνο, στην θέση της παλαιάς με τα αυτοκρατορικά διακριτικά.


Άνδρες των freikorps οπλισμένοι με φλογοβόλα ετοιμάζονται να επιτεθούν
κατά μιας μονάδας του ναυτικού και μέρους του πληθυσμού του Βερολίνου.


Οι Σοσιαλδημοκράτες, με ηγέτη τον Έμπερτ (Friedrich Ebert), σύντομα ασπάζονται πιο μετριοπαθή τακτική. Εγκαταλείποντας τους υψηλούς τόνους περί κοινωνικών αλλαγών, προσπαθούν να ενσωματώσουν την πράγματι κυρίαρχη δύναμή τους με αυτή των παλαιοκαθεστωτικών και των συντηρητικών, απογοητεύοντας όμως την σκληροπυρηνική πτέρυγα των οπαδών τους. Ο πρωθυπουργός Άισνερ (Kurt Eisner), υποστηρίζοντας σταθερά το σενάριο της άμεσης λήξης του πολέμου, είχε ήδη οδηγήσει το Σοσιαλιστικό Κίνημα σε διάσπαση την προηγούμενη χρονιά (1917), στην προσπάθειά του να εκβιάσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τότε είχε παρακινήσει απεργίες, με σκοπό την βιομηχανική και εξοπλιστική αποδυνάμωση της Γερμανίας. Τώρα, στα τέλη του 1918, η πτέρυγα της οποίας ηγείται εγκαταλείπει την Κυβέρνηση του Βερολίνου και αποχωρεί από το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων του Λαού. Κι όταν, τον Ιανουάριο του 1919, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SPD) προσεγγίζει ανοιχτά την Δεξιά για να κατασταλεί η εξέγερση των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόματος (KPD), ενεργοποιώντας τις δυνάμεις του στρατού (Reichswehr) και των Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps), η ήδη έκρυθμη κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και η επανάσταση καταλήγει σε χάος και αναρχία.

Το Μόναχο βράζει σαν καζάνι μαγισσών. Ο στρατός έχει πάψει να υποστηρίζει τη Μοναρχία, αφήνει τον έλεγχο των στρατώνων στους εξεγερθέντες χωρικούς και τους εργάτες δίχως να προβάλει καμιά απολύτως αντίσταση. Δέχεται τα γεγονότα με την παθητικότητα του κουρασμένου πολεμιστή. Οι περισσότεροι στρατιώτες, πεπεισμένοι για τα ευγενή ιδεώδη της επανάστασης, περνούν στο μπράτσο τους την κόκκινη κορδέλα των Σπαρτακιστών.

Τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου 1918 ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Γ΄εγκαταλείπει οικογενειακά την χώρα, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης κάτω από την ηγεσία του Άισνερ, που τώρα επιδιώκει να συνασπίσει τα δυο αντιτιθέμενα ρεύματα μέσα στην ίδια την Σοσιαλδημοκρατία: του ιδεαλιστές ριζοσπαστικούς (USPD) και τους μετριοπαθείς αντεπαναστάτες (SPD). Γρήγορα αποδεικνύεται ατελέσφορος. Τα οικονομικά του κράτους βρίσκονται σε άθλα κατάσταση, τα κοινωνικά προβλήματα συσσωρεύονται στις εύθραυστες πλάτες του κινήματός του, που μάταια πασχίζει να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στις ρηξικέλευθες ιδεολογικές απόψεις και την αποκαρδιωτική πραγματικότητα: αν δεν κατευνάσει τους αγρότες, υπαναχωρώντας ως προς το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, ο ανεφοδιασμός των αστικών κέντρων από την επαρχία κινδυνεύει να μπλοκαριστεί.


Μόναχο, 28 Απριλίου 1919: τακτικός στρατός και freikorps
καταλαμβάνουν την πόλη, μετά από μάχη τεσσάρων ημερών.


Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1919 το USPD συνθλίβεται. Η αγροτική τάξη δίνει έτσι ένα μάθημα στους φιλόδοξους και αιθεροβάμονες Σοσιαλιστές της συντηρητικής πτέρυγας, που δεν κατάφερναν όλο αυτό το διάστημα να ικανοποιήσουν τις λαϊκές απαιτήσεις για ομαλότητα και κατάπαυση της αναρχίας. Οι κινητοποιήσεις εντείνονται φορτίζοντας επικίνδυνα το πολιτικό κλίμα. Η διασφάλιση των δημοσίων εκδηλώσεων των ριζοσπαστών και των αναρχικών επιτυγχάνεται με “Ερυθροφρουρούς”, που περιπολούν και προπαγανδίζουν ασταμάτητα, διενεργώντας συχνά συμπλοκές με τις δυνάμεις της συντήρησης, δηλαδή τους Σοσιαλιστές της Πλειοψηφίας. Αυτοί, μαζί με τους Κομμουνιστές, αρνούνται την συμμετοχή τους στην “Δημοκρατία των Συμβουλίων”. Οι τελευταίοι μάλιστα την ονομά-ζουν ειρωνικά “δημοκρατία των ψευτοσυμβουλίων” (Scheinräterepublik) και πασχίζουν με κάθε τρόπο να την ανατρέψουν. Η είδηση της δολοφονίας (21/2/1919) του Άισνερ από τον αριστοκράτη φοιτητή και πρώην αξιωματικό Άρκο Βάλεϋ (Graf Anton von Arco-Valley) είχε ήδη πυροδοτήσει την ένοπλη αντιπαράθεση. Τελικά, οι Κομμουνιστές καταφέρνουν να κυριαρχήσουν, έστω και για δύο περίπου εβδομάδες. Ο παλαίμαχος κομμουνιστής Λεβινέ (Eugen Leviné), ηγέτης του νέου Εκτελεστικού Συμβουλίου, διακηρύσσει την δικτατορία του προλεταριάτου για όλη την Βαυαρία. Απέναντί του θα βρει το φοβερό σήμα της λευκής νεκροκεφαλής: τους σκληροτράχηλους και φανατικούς άνδρες των Freikorps.

Η γέννηση των “Freikorps

Με άριστη δεξιοτεχνία, το Γερμανικό Επιτελείο κατάφερε να εκπονήσει ένα σχέδιο επιστροφής των στρατιωτών στην πατρίδα, σώζοντας την τιμή και την ζωή τους. Αυτοί οι αήττητοι στο μέτωπο άνδρες, που αποτελούσαν πια ένα είδος σπάνιου πολεμιστή εξοικειωμένου με την ιδέα του θανάτου και θωρακισμένου με την αδάμαστη θέληση για επιβίωση, είχαν ακλόνητα πειστεί ότι ο πόλεμος χάθηκε εξαιτίας της ανικανότητας των πολιτικών. Μετά από τόσους μήνες στα χαρακώματα, πιθανόν να λησμόνησαν τον λόγο για τον οποίο έχυναν το αίμα τους και ο πόλεμος να αποτελούσε γι’ αυτούς έναν φρικαλέο αυτοσκοπό. Η αστική ζωή, στην οποία καλούνταν τώρα να συνηθίσουν, ασφαλώς φάνταζε πληκτική και ανούσια. Φορτισμένοι από το αίσθημα της εθνικής ντροπής, εύλογα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Στρατηγού Μέρκερ, διοικητή της 214ης Μεραρχίας Πεζικού, όταν ο διορατικός αυτός αξιωματικός αποφάσισε να οργανώσει ένα σώμα επίλεκτων από αυτούς που ακόμη δεν παρουσίαζαν δείγματα πολιτικής “διαφθοράς”. Πρόθεσή του ήταν να συμβάλει αρνητικά στην πλήρη διάλυση του στρατεύματος, ώστε να μπορέσει αργότερα να τα διαθέσει στην υπηρεσία της κυβέρνησης που θα προέκυπτε.


Σκηνή από την άμυνα των "υπερασπιστών" του Βερολίνου.
Τα οδοφράγματα στην συνοικία των εφημερίδων αποτελούνταν
από χοντρούς πάκους δημοσιογραφικού χαρτιού.


Το πρώτο Freikorp σχηματίστηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1918, αφού πρώτα ο Μέρκερ έλαβε την σχετική άδεια. Ονομάστηκε “Σώμα κυνηγών”, είχε δικό του αυστηρό κανονισμό και ένα αρχικό εγχειρίδιο με οδηγίες που αφορούσαν την οργάνωση, την διοίκηση και τους σκοπούς δράσης της ομάδας. Τα κριτήρια επιλογής των μελών ήταν αυστηρότατα. Αυτά εντάχθηκαν σε αρκετές μικρότερες μικτές μονάδες, που τα στελέχη τους προέρχονταν από όλα τα όπλα: πεζικό, πυροβολικό, καταδρομείς, υγειονομικό κ.λ.π. Προβλέπονταν ακόμη και υπηρεσίες επιμελητείας και λογιστικής. Η αυτονομία αυτή εξασφάλιζε μια πληθώρα επιλογών κατά τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν τις ένοπλες κρούσεις και μια σπάνια ελευθερία κινήσεων, που αργότερα θα χαρακτήριζε ολόκληρη την δομή και οργάνωση της Βέρμαχτ, εξασφαλίζοντας γι’ αυτήν σαρωτικές νίκες. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ο Μέρκερ κατάφερε να οργανώσει 3 τέτοια μικτά τάγματα 4.000 ανδρών.

Παρέμενε, ωστόσο, άλυτο το πρόβλημα του εξοπλισμού τους. Οι περισσότερες αποθήκες είχαν κυριευθεί από τους επαναστάτες και φυλάσσονταν με δρακόντεια μέτρα. Κάποιες είχαν λεηλατηθεί από τον λαό. Γιατί και οι επαναστάτες αντιμετώπιζαν επισιτιστικά και εξοπλιστικά προβλήματα. Η αδιαλλαξία και η ανώριμη πρακτική ατέρμονων φιλοσοφικών και θεωρητικών συζητήσεων, άλλωστε, τους είχε καταστήσει μαλθακούς και άτολμους, ώστε να μην μπορέσουν έγκαιρα να οργανώσουν τα θέματα επιμελητείας του κινήματός τους. Αλλά κάποιοι θερμοκέφαλοι, που ευαγγελίζονταν την απόλυτη προσαρμογή στις ιδεολογικές απαιτήσεις της Σοβιετίας και του Μαρξ, εξωθούσαν την όλη κατάσταση στα άκρα. Όταν έφτασαν στο λιμάνι της Βρέμης τα καράβια της αποστολής Χούβερ, που ο εξαθλιωμένος λαός τα περίμενε αγωνιωδώς, οι εργάτες αρνήθηκαν να ξεφορτώσουν το περιεχόμενο. Οι απεργίες στα ανθρακωρυχεία του Ρουρ παρέλυσαν την βιομηχανική παραγωγή, θέτοντας την ζωή των ίδιων των εργατών σε άμεσο κίνδυνο. Από σπάνια καλοτυχία, οι άνδρες του Μέρκερ εντόπισαν μια κατάμεστη ρουχισμού και όπλων αποθήκη εντελώς ανέπαφη. Ακόμη και κανόνια βρέθηκαν για να εξοπλιστούν οι άνδρες του, που τώρα πάνοπλοι ξεκινούν για το στρατόπεδο Τσόσεν, κοντά στο Βερολίνο. Η πρωτεύουσα βρίσκεται ήδη στο έλεος των επαναστατών Ερυθροφρουρών, του μανιασμένου λαού και μιας Μεραρχίας ανδρών του Γερμανικού Ναυτικού, κάτω από τις διαταγές του ναύτη Ντόρεμπαχ (Dorebach).

Το παράδειγμα του Μέρκερ μιμήθηκαν πολλοί ακόμη αξιωματικοί. Ο συνταγματάρχης Ράινχαρντ (Wilhelm Reinhard), άλλοτε διοικητής του 4ου Συντάγματος της Φρουράς, τα Χριστούγεννα του 1918 δημοσίευσε μια αγγελία στις εφημερίδες με σκοπό να συγκεντρώσει τους παλιούς υπαξιωματικούς της μονάδας του. Αργότερα, αυτοί αποτέλεσαν τους πλέον επίμονους στρατολόγους του: για ολόκληρες εβδομάδες επικοινωνούσαν με τους αποστρατευμένους συναδέλφους τους, τους διασκορπισμένους σε όλες τις επαρχίες της ταραγμένης πατρίδας.


Το γενικό στρατηγείο του Νόσκε στο Βερολίνο.
Ο Νόσκε υπήρξε Υπουργός Εθνικής Άμυνας
από το 1919 ως το 1920.


Παράλληλα, μια θύελλα προκηρύξεων ανακαλούσε μνήμες του μετώπου και υπερτόνιζε τον κίνδυνο απώλειας των ανατολικών επαρχιών, υποσχόμενες στους ένθερμους πατριώτες που θα κατατάσσονταν ασφάλεια, τροφή, μισθό και μια ζωή πειθαρχημένη και σύμφωνη προς τις αρετές της “προδομένης” φυλής. Το αποτέλεσμα ήταν ενθουσιαστικό: στις 8 Ιανουαρίου 900 άνδρες είχαν στρατολογηθεί στο Freikorp του Ράινχαρντ, που στο τέλος του ίδιου μήνα έφτασαν τις 2.000! Παρόμοιες επιτυχίες σημείωσε ο Ταγματάρχης Στέφανι και oι Στρατηγοί Χόφμαν, Ρέντερ και Χέλντ. Στα περίχωρα του Βερολίνου τώρα έχουν συνολικά συγκεντρωθεί πάνω από 20.000 άνδρες, με μοναδικό σκοπό την ανακατάληψη της πόλης και την αποδέσμευσή της από τον έλεγχο των κομμουνιστών.

Η κυριαρχία του τρόμου

Ο Σοσιαλιστής Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νόσκε (Gustav Noske), βλέποντας την ολοένα αυξανόμενη ισχύ των αντεπαναστατών, τρέφει τώρα ελπίδες να καταστείλει την επανάσταση και να επαναφέρει την τάξη και την πειθαρχία που και το ίδιο το Γενικό Επιτελείο ευαγγελίζεται. Μετά από έντονη εσωτερική κρίση συνείδησης διατάζει την επίθεση των Freikorps κατά των Ερυθροφρουρών, των Σπαρτακιστών και των λαϊκών μαζών που τους υποστηρίζουν. Για αυτή του την ενέργεια θα μείνει στην ιστορία με τον ατιμωτικό χαρακτηρισμό “το αιμοβόρο μαντρόσκυλο”.

Χαράματα της 11ης Ιανουαρίου οι δυνάμεις του Ράινχαρντ κινούνται προς τα περίχωρα της πρωτεύουσας. Ακολουθούν αυτές του Στέφανι. Το Δημαρχείο του Σπαντάου καταλαμβάνεται με έφοδο. Τριάντα Σπαρτακιστές συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακές. Καθ’ οδόν εκτελούνται, με την πρόφαση ότι προσπάθησαν να δραπετεύσουν. Ο σεβασμός στον αντίπαλο και ο ανθρωπισμός είναι έννοιες ανύπαρκτες. Η ταχύτητα δράσης είναι το ζητούμενο. Οι άνδρες του Στέφανι , καλυπτόμενοι από το τελευταίο σκοτάδι της νύχτας που υποχωρεί, στρέφουν τα κανόνια τους προς την πλατεία Μπελ - Αλιάντσεπλατς, όπου βρίσκονται τα περισσότερα γραφεία των εφημερίδων. Ανοίγουν απροειδοποίητα πυρ προς τα γραφεία της “Φορβέρτς”, απ’ όπου πετάγονται πανικόβλητοι έξι άνδρες κρατώντας λευκή σημαία. Εκτελούνται επί τόπου. Αιχμαλωτίζονται ακόμη τριακόσιοι Σπαρτακιστές και ο Στέφανι διστάζει να χύσει άλλο αίμα. Τηλεφωνεί τρεις φορές στον Ράινχαρντ, για να λάβει την ίδια απάντηση: θάνατος!

Μέσα στην σύγχυση που προκαλούν κάποιοι εργάτες, οι μελλοθάνατοι σκοτώνουν μερικούς φύλακες και ορισμένοι καταφέρνουν να διαφύγουν. Ακολουθεί μακελειό. Η μέρα φτάνει στο τέλος και ολόκληρη η πλατεία είναι λουσμένη στο αίμα. Τελικά, την κατάσταση για τα Freikorps σώζει η επέμβαση των ανδρών του Ράινχαρντ, που κυριεύουν ξανά την πλατεία και τα γραφεία των εφημερίδων. Οργανώνονται έκτακτα στρατοδικεία και όλοι οι συλληφθέντες καταδικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες σε εκτέλεση. Σε ομάδες των έξι στήνονται στον τοίχο. Ο ολονύχτιος απόηχος των τουφεκισμών γίνεται ο εφιάλτης των έντρομων Βερολινέζων, που παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους.



Οι αρχηγοί των Σπαρτακιστών Καρλ Λίμπκνεχτ και
Ρόζα Λούξενμπουργκ, που βρήκαν φρικτό θάνατο
από τους αντεπαναστάτες.


Η νύχτα που ακολουθεί ξετυλίγει το μαύρο σεντόνι της πάνω στα άψυχα κορμιά όσων πίστεψαν στα ιδανικά της επανάστασης. Τα κανόνια των Freikorps έχουν βαλθεί να διαλύσουν το μέγαρο της αστυνομίας στο νότιο τομέα της πόλης. Μετά από σφοδρό βομβαρδισμό η πρόσοψη του κτιρίου καταρρέει. Όποιος συλλαμβάνεται τουφεκίζεται εν ψυχρώ. Η πρωτεύουσα βρίσκεται στο έλεος των ανδρών του Ράινχαρντ, του Στρατηγού Γκρένερ και των οργανώσεων των “Πατριωτικών Συνδέσμων”, των “Δυνάμεων Άμυνας των Πολιτών” και των “Ενώσεων Εθελοντών” -όλων δηλαδή των ιδιωτικών στρατών, που με την υποστήριξη της κυβέρνησης αυτοανακηρύχθηκαν σε “αναμορφωτές” και “ελευθερωτές” από τον κόκκινο στρατό.

Αφού καταλάβουν τις κεντρικές συνοικίες του Βερολίνου, τα Freikorps στρέφονται προς τις εργατικές, σκορπώντας ξανά τον όλεθρο. Ένα καθεστώς κυριαρχίας του τρόμου βυθίζει την αιματοβαμμένη πόλη στο τέλμα της απόγνωσης. Πανικόβλητοι οι ηγέτες της επανάστασης προσπαθούν ν’ αποφύγουν τη σύλληψη, κρύβονται και περιμένουν την ευκαιρία να διαφύγουν από αυτόν τον θανατηφόρο κλοιό, μα δυστυχώς αρκετοί δεν τα καταφέρνουν. Όσοι συλλαμβάνονται εκτελούνται αμέσως, ή οδηγούνται στα στρατόπεδα, όπου θα βασανιστούν μέχρι θανάτου.

Οι ηγέτες της αριστεράς και του κινήματος των Σπαρτακιστών, ο Λίμπκνεχτ (Karl Liebknecht) και η Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg) συλλαμβάνονται στο Βίλμερσντορφ και οδηγούνται στο ξενοδοχείο Έντεν, όπου στεγάζεται η κεντρική διοίκηση των Freikorps. Μετά από σύντομη ανάκριση μεταφέρονται στις φυλακές του Μοαμπίτ, αλλά καθώς ο Λίμπκνεχτ βγαίνει από το ξενοδοχείο, ο σκοπός Όττο Ρούντζε τον χτυπάει στο κεφάλι με τον υποκόπανο του όπλου του. Ετοιμαθάνατος μεταφέρεται με ταξί προς τις φυλακές, μα στα μισά της διαδρομής τον διατάζουν να συνεχίσει πεζός. Ο υπολοχαγός Πφλουγκ Χάρτουνγκ τον πυροβολεί. Ίδια τύχη περιμένει και τη Λούξεμπουργκ. Αιμόφυρτη επιβιβάζεται σ’ ένα ταξί. Εκεί, ο λοχαγός Φόγκελ την πυροβολεί εξ επαφής, συνθλίβοντας το κρανίο της. Στη συνέχεια ρίχνουν το πτώμα στο κανάλι Λάντβερ. Η νύχτα της 15ης Ιανουαρίου 1919 στιγματίζεται από παρόμοιες φρικαλεότητες. Η επανάσταση, που μέχρι πριν λίγες μέρες φαινόταν πως θα κυριαρχούσε, τώρα οπισθοχωρεί.

Στη Βαυαρία σχεδιάζεται η ανακατάληψη του Μονάχου. Η τελευταία από τις τέσσερις επαναστατικές κυβερνήσεις του διαστήματος 11/1918 - 3/1919 προσπαθεί ξεκάθαρα να επιβάλει τον μπολσεβικισμό, εκμεταλλευόμενη την απόσταση από τα γεγονότα του Βερολίνου και το μίσος των νότιων για τους Πρώσους. Ο 23χρονος ναύτης Εγκλχόφερ (Rudolf Eglhofer, πασίγνωστος για την επαναστατική του δράση στο Κίελο, ηγούμενος μιας στρατιάς 20.000 περίπου βετεράνων του πολέμου και εργατών εγκαθιδρύει την “Δικτατορία του Κόκκινου Στρατού”. Εναντίον του προστρέχουν στρατιωτικές μονάδες της Πρωσίας και τα βαυαρικά Freikorps. Φλογοβόλα, κανόνια, τανκς και αεροπλάνα βάζουν στο στόχαστρο τους επαναστάτες, που κάνουν το λάθος να μιμηθούν τον εχθρό: στις 29 Απριλίου εκτελούν, μετά από τρομερά βασανιστήρια, οκτώ αριστερούς και δύο κυβερνητικούς στρατιώτες που κρατούν ομήρους στο Luitpold-Gymnasium, έχοντας κατά νου την εκδίκηση για τα εγκλήματα των αντεπαναστατών. Η αποτρόπαιη αυτή πράξη πυροδότησε τον φανατισμό στις ομάδες των Freikorps, που τώρα επιτίθενται με αδάμαστο μένος εναντίον κάθε ατόμου, για το οποίο υπάρχει έστω και η υποψία ότι υποστηρίζει τους “μπολσεβίκους”.

Στις 3 Μαΐου το Μόναχο περνάει πλέον στα χέρια των εθνικιστών. Τουλάχιστον 600 είναι τα θύματα της σύγκρουσης, από τα οποία οι μισοί σχεδόν απλοί πολίτες. Ο ίδιος ο Εγκλχόφερ δολοφονείται και ο Λεβινέ, ο παλαίμαχος της ρωσικής επανάστασης του 1905, καταδικάζεται σε εκτέλεση με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Οι Εβραίοι καταδιώκονται με πρωτοφανή επιμονή και πυροβολούνται αμέσως μόλις εντοπισθούν. Ο συγγραφέας Λαντάουερ (Gustav Landauer) έχει την ίδια τύχη. Για κάποιους άλλους διανοούμενους, η τύχη στέκεται ακόμη στο πλευρό τους: καταδικάζονται μόνο σε κάμποσα χρόνια φυλάκισης. Ελάχιστοι καταφέρνουν να σωθούν, μεταξύ των οποίων και ο γεννημένος στην Ρωσία γνωστός κομμουνιστής Λεβιέν (Max Levien).


Από τις τάξεις των freikorps γεννήθηκαν τα Τάγματα Εφόδου (SA),
που εργότερα έσπειραν τον τρόμο σε ολόκληρη τη Γερμανία.
Ωστόσο, ο Χίτλερ ποτέ δεν αισθάνθηκε ασφαλής
μέσα στο απόγειο της δύναμής τους.


Η επόμενη μέρα φέρνει στο φως την τραγωδία σε όλο της το μεγαλείο. Το Μόναχο δίνει την εντύπωση βομβαρδισμένης πόλης. Οι τοίχοι του Δικαστικού Μεγάρου κοκκινίζουν από το αίμα των μαχομένων, ο Κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός καταλαμβάνεται σε αθλία κατάσταση, τα αστυνομικά κτίρια κινδυνεύουν να σωριαστούν και το μέγαρο της Ραδιοφωνίας λίγο έλειψε να καταντήσει σωρός ερειπίων. Τα σχολεία, τα σπίτια και οι πλατείες των κεντρικών συνοικιών πέφτουν κι αυτά θύματα της καταστροφικής μανίας του εμφυλίου σπαραγμού. Τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει την διενέργεια αποτρόπαιων εγκλημάτων. Όταν παύσουν οι τουφεκισμοί και οι συνεδριάσεις των εκτάκτων στρατοδικείων, αυτό που αντικρίζουν οι κάτοικοι της πόλης είναι τόσο τρομακτικό, ώστε οι ίδιοι πια απαιτούν την απομάκρυνση των Freikorps.

3 σχόλια:

  1. Πάνο, θα σε πείραζε να κάνω μια αναδημοσίευση στο ιστολόγιο μου;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διάβασα την ιστοριογραφία του Χίτλερ από τον David Irving. Αν και αυτά που διαβάζω τωρα για τον συγγραφέα στο παντελώς αναξιόπιστο wikipedia θα έλεγα πως είναι καταστρατηγούμενα. Ποια η δική σου άποψη για τον εν λόγω συγγραφέα ;
    Από πλευράς αξιοπιστίας εννοώ.
    Ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μετά το δεξιό πραξικόπημα του ΚΑΠ υπήρχε δυνατότητα να διαλυθούν τα frei korps

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλια των αναγνωστών και οι απόψεις τους δεν υιοθετούνται αναγκαστικά από τον κάτοχο αυτού του blog.