Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (μέρος α΄)

ΜΕΡΟΣ Α΄

Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΣΑΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ



Αγία Πετρούπολη: Η πόλη των "δαιμονισμένων"

Κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο τσάρος Νικόλαος Β΄άλλαξε την ονομασία της Αγίας Πετρούπολης από Πετερσμπούργκ σε Πετρογκράντ, θεωρώντας ότι η προηγούμενη ηχούσε... υπερβολικά "γερμανική"! Όσοι όμως συνέχιζαν να διατηρούν ψυχικούς δεσμούς με την όμορφη πόλη δεν έπαψαν να την αποκαλούν "Βενετία του Βορρά" ή "πόλη των 300 γεφυρών" (στην πραγματικότητα η αλλοτινή πρωτεύουσα των τσάρων αριθμεί περισσότερα από 800 γεφύρια!). 

Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ( 1916 – 1923 )


Τον Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923.

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟΝ ΣΑΓΓΑΡΙΟ ΠΟΤΑΜΟ


Η μετριότητα της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας που οδήγησε στην απόλυτη
συμφορά του Αυγούστου του 1921, και που ένα χρόνο αργότερα μετατράπηκε
σε εθνική καταστροφή. Ο Έλληνας στρατιώτης, αήττητος στο πεδίο της μάχης,
εξαργύρωσε με το αίμα του την διστακτικότητα της ανώτατης διοίκησης και την
ανικανότητά της να εκτιμήσει σωστά τα στρατηγικά πλεονεκτήματα των κεμαλικών
δυνάμεων που, αναπτερωμένες πλέον από την ακριβή τους νίκη έθεταν στο στόχαστρο
ολόκληρο τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας.

Την άνοιξη του 1921, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις που ενεργούσαν στην Μ. Ασία έπαυσαν κάθε δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας, εξαιτίας των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή. Η ηγεσία του στρατού αξιολογούσε ως σωτήρια αυτή την περίοδο ύφεσης των εχθροπραξιών, αφού έτσι θα εξασφαλιζόταν μια πιο ολοκληρωμένη και αποτελεσματική προετοιμασία ενόψει των μελλοντικών επιθετικών τους σχεδίων. Άλλωστε, ο Έλληνας στρατιώτης είχε πρόσφατα δοκιμάσει την πρώτη του αποτυχία από την στιγμή της απόβασής του στην Σμύρνη, τον Μάιο του 1919. Αυτό συνέβη κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου, όταν τα Α΄ΣΣ και Γ΄ΣΣ δεν κατάφεραν να προωθηθούν επιτυχώς προς το Αφιόν Καραχισάρ και το Εσκί Σεχίρ αντίστοιχα. Επομένως, η προσωρινή αυτή παύση του πυρός θα τόνωνε την λαβωμένη ψυχολογία των μαχητών.


Ο Δ. Γούναρης, συνοδευόμενος από τον αρχιστράτηγο Παπούλα και τον υπουργό στρατιωτικών Ν. Θεοτόκη, κατά την επίσκεψή του στην Μ. Ασία (Ιούνιος 1921)


Στην ανύψωση, βέβαια, του ηθικού των Ελλήνων συνετέλεσε και η θετική μεταστροφή της στάσης των δυνάμεων της Αντάντ, η οποία εξασφάλιζε διπλωματική στήριξη των ελληνικών θέσεων και προμήθεια πολεμικού υλικού στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Όταν μάλιστα παρατηρήθηκε επιδείνωση στις γαλλοτουρκικές, που σαν αποτέλεσμα είχε να απομακρυνθούν οι κεμαλικές δυνάμεις από έναν πολύτιμο για τις κρίσιμες εκείνες ώρες σύμμαχο, οι προετοιμασίες για την νέα επιθετική δράση εντατικοποιήθηκαν. Η επιστράτευση της κλάσης του 1912 και του 1913α, ώστε να αποδεσμευτούν η 4η και 9η Μεραρχία και να συνδράμουν το μικρασιατικό μέτωπο, σε συνδυασμό με την εγκατάσταση στην Μ. Ασία της ανεξάρτητης 12ης Μεραρχίας, που μέχρι τότε στάθμευε στην ανατολική Θράκη, είχαν σαν αποτέλεσμα την μεγιστοποίηση τη ισχύος του ελληνικού στρατού από αρχής της εκστρατείας: 200.000 περίπου άνδρες, 12.500 ντόπιοι εθελοντές, 300 κανόνια και 700 πολυβόλα (αλλά με σοβαρές ελλείψεις σε ιππικό, αναγνωριστικά αεροσκάφη και ασύρματες επικοινωνίες). Το πλεονέκτημα της ελληνικής πλευράς εστιαζόταν τώρα στην ταχύτητα μετακινήσεων και την επίτευξη απόλυτου συντονισμού των μονάδων δράσης, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του Μαρτίου, όταν τα Α΄ και Γ΄ ΣΣ είχαν διαταχθεί να ενεργήσουν ανεξάρτητα. Ο ίδιος ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος τοποθέτησε στην Σμύρνη το στρατηγείο του από τις αρχές του Ιουνίου, θέλοντας να επιβλέψει προσωπικά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και να επιβάλει τον απαιτούμενο συγχρονισμό. Από την πλευρά τους οι Τούρκοι διέθεταν αξιόμαχο ιππικό, τέλεια γνώση των εδαφικών και κλιματολογικών ιδιομορφιών της περιοχής, παρατηρητήρια αναγνώρισης και καλά στημένο κατασκοπευτικό δίκτυο. Η συνεργασία των ντόπιων τουρκικών πληθυσμών με τις κεμαλικές δυνάμεις ήταν πραγματικά μια διαρκής πληγή για τους Έλληνες, όπως επίσης οι ανεξάρτητες τουρκικές μονάδες ιππικού και οι Τσέτες. Οι τελευταίοι διενεργούσαν σφοδρές επιδρομές στα μετόπισθεν, επιτυγχάνοντας συχνά να διασπάσουν την συνοχή και τον συντονισμό των ελληνικών δυνάμεων, καταβάλλοντας το φρόνημα και δοκιμάζοντας σκληρά τις επικοινωνίες τους.


Κατασκευή πρόχειρης γέφυρας στον Πουρσάκ από άνδρες του
Μηχανικού του Ελληνικού Στρατού (Αύγουστος 1921)

Σε πρώτη φάση, οι τουρκικές δυνάμεις αναγκάστηκαν σε μια ηχηρή ήττα κατά την συμπλοκή που έλαβε χώρα στον κόμβο της Κιουτάχειας. Όταν την 3η Ιουλίου το Γ΄ΣΣ προσέγγισε την Κιουτάχεια, ο διοικητής των δυνάμεων που υπερασπίζονταν την πόλη, ο έμπειρος Ισμέτ Ινονού, διέταξε σύμπτυξη προς το Εσκί Σεχίρ. Ο αξιοθαύμαστος αυτός ελιγμός, που αποδίδεται δίκαια στο αλάθητο ένστικτο του Κεμάλ, έσωσε τελευταία στιγμή τις μάχιμες τουρκικές δυνάμεις από ολοκληρωτική συντριβή. Ήταν τόση η αγωνία του Κεμάλ να αποφευχθεί αυτή η κυκλωτική κίνηση των Ελλήνων, που επισκέφθηκε προσωπικά τον Ισμέτ, για να τον πείσει να υποχωρήσει. Κατόπιν επέστρεψε στην Άγκυρα.

Στο μεταξύ, ενισχυμένο από την 12η Μεραρχία και μια Ταξιαρχία Ιππικού, το Α΄ΣΣ είχε ήδη από την 1η Ιουλίου ολοκληρώσει την κατάληψη της γραμμής Ακτσάλ Νταγ - Τσαούς Τσιφλίκ - Καραμπουγιουκλού Νταγ - Ρουκλού Νταγ - Ακ Βιράν - Αφιόν Καραχισάρ. Την ίδια μέρα το Αφιόν Καραχισάρ κατελήφθη από την 4η Μεραρχία. Την επομένη, το Β΄ Σώμα Στρατού χτύπησε το Ακτσάλ Νταγ και τα υψώματα Τσαούς Τσιφλίκ, ενώ το Α΄ΣΣ έφτασε στην περιοχή Ερικλή και στα υψώματα Νασούχ Τσαλ. Στις 4 Ιουλίου απόσπασμα της 9ης Μεραρχίας κατέλαβε την Κιουτάχεια και το Γ΄ΣΣ στράφηκε προς το Εσκί Σεχίρ για να συναντήσει τις δυνάμεις του Ισμέτ. Στις 8 Ιουλίου οι μονάδες του Α΄ΣΣ συγκρούσθηκαν με τις τουρκικές δυνάμεις, τις οποίες και κατατρόπωσαν. Αλλά εκτιμώντας επιπόλαια την κατάσταση, το Επιτελείο δεν ενθάρρυνε μια εκμηδενιστική καταδίωξη του εχθρού, πράγμα που επέτρεψε γα μα ακόμη φορά την διάσωσή του. Η νέα τουρκική υποχώρηση σταμάτησε στις ανατολικές όχθες του ποταμού Σαγγάριου, έχοντας χαρίσει στην ελληνική πλευρά δυο σημαντικές νίκες, πολύτιμο υλικό και αιχμαλώτους. Όμως, ο σπουδαιότερος αντικειμενικός στόχος, που ήταν η εξολόθρευση των κεμαλικών δυνάμεων, δεν είχε επιτευχθεί.

ΤΟ ΦΙΛΟΔΟΞΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ: ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ

Μπροστά στην πίεση που ασκούσαν οι επιτιθέμενες ελληνικές στρατιές και αφού τα όπλα του δεν κατόρθωναν μια θεαματική αποτίναξη του κλοιού που αυτές επιχειρούσαν σε βάρος του, ο Κεμάλ είχε επιτυχώς ακολουθήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή μια πολιτική υποχώρησης και αναδιοργάνωσης του στρατού του. Θεωρούσε την σύνεση και την υπομονή περισσότερο σημαντικές πολεμικές αρετές, από την στείρα διάθεση αυτοθυσίας και την απατηλή εμμονή στην προάσπιση εδαφικών εκτάσεων και αστικών κέντρων, που άλλο δεν θα επιτύγχαναν, παρά την τελική καταστροφή του. Στην Άγκυρα όμως, όπου η Εθνοσυνέλευση διψούσε για μια εντυπωσιακή αντεπίθεση ικανή να χαρίσει την πρωτοβουλία των ενεργειών στην τουρκική πλευρά, οι αντιδράσεις προς την τακτική της αναδίπλωσης ολοένα αυξάνονταν. Οι αρχές της σύγχρονης στρατηγικής, τόσο διαφοροποιημένες προς την παλιά αντίληψη της επικής κατά μέτωπο αναμέτρησης, ήταν για την συντηρητική αντίληψη των Πληρεξούσιων πεδίο σχεδόν άγνωστο. Όχι όμως και για τον διορατικό και ευφυέστατο Κεμάλ, που διέβλεψε έγκαιρα ότι κάθε επιμήκυνση των γραμμών ανεφοδιασμού των Ελλήνων θα μπορούσε να τους στοιχίσει μια σημαντική ήττα. Επιπλέον, στον Σαγγάριο οι Τούρκοι θα εκμεταλλεύονταν το φυσικό κώλυμα ενός ποταμού προκειμένου να αναχαιτίσουν την ελληνική επιθετική ορμή των Ελλήνων και ταυτόχρονα θα είχαν την αναγκαία χρονική πίστωση για αναδιοργάνωση της αμυντικής τους διάταξης. Αυτή η σθεναρή επιχειρηματολογία, τοποθετημένη στα επιτήδεια χείλη του Ατατούρκ, έκαμψε κάθε επίμονη αντίδραση των μελών της Εθνοσυνέλευσης. Οι πληρεξούσιοι τον ανακήρυξαν πανηγυρικά Αρχιστράτηγο, με απεριόριστες δικτατορικές εξουσίες για το διάστημα ενός τριμήνου!


Έλληνες στρατιώτες στις όχθες του Σαγγάριου (Αύγουστος 1921)


Στο αντίπαλο στρατόπεδο, η ελληνική ηγεσία ανησυχούσε τώρα για τις επερχόμενες βροχές του Σεπτεμβρίου και την κοστοβόρα παραμονή του στρατεύματος στην γραμμή Εσκί Σεχίρ - Αφιόν Καραχισάρ. Η κυρίαρχη αντίληψη συνέκλινε στην άποψη, που θεωρούσε την άμεση συνέχιση των επιθετικών ενεργειών με σκοπό την καταστροφή του κύριου τουρκικού στρατιωτικού όγκου ως πρωταρχική ενέργεια υψίστης σημασίας. Η κατάληψη της Άγκυρας θα εξασφάλιζε, άλλωστε, εφόδια υπέρ των Ελλήνων και ο αρνητικός ψυχολογικός αντίκτυπος που θα δημιουργούσε στην εχθρική όχθη θα εξανάγκαζε τον Κεμάλ σε συνθηκολόγηση. Ο αντίλογος σε αυτή την τοποθέτηση εστίαζε το επιχειρηματολογικό βάρος του στην απόσταση των 265 χιλιομέτρων, που απείχε η τουρκική πρωτεύουσα από τη νέα βάση των Ελλήνων στο Εσκί Σεχίρ. Αλλά η φωνή της λογικής, που από το στόμα του διευθυντή του 4ου Γραφείου (διοικητικής μέριμνας) συντ/ρχη Γεωργίου Σπυρίδωνος επέμενε πεισματικά στο παράτολμο του όλου εγχειρήματος, δεν εισακούσθηκε.

Στο Μεγάλο Πολεμικό Συμβούλιο, που πραγματοποιήθηκε στην Κιουτάχεια στις 15 Ιουλίου 1921 υπό την προεδρία του Βασιλιά Κωνσταντίνου, έλαβαν μέρος ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο Αρχιστράτηγος Παπούλας, ο επιτελάρχης της Στρατιάς συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πάλλης, ο Βασίλειος Δούσμανης και ο Ξενοφών Στρατηγός. Τελικά, μέσα σε κλίμα σκεπτικισμού και επιφυλακτικότητας, αποφασίστηκε η προέλαση προς την Άγκυρα -πράγμα που προϋπέθετε την κάμψη των οχυρωμένων στον Σαγγάριο εχθρικών δυνάμεων. Η 1η Αυγούστου ορίστηκε σαν ημερομηνία εκκίνησης της επιχείρησης. Από την προηγούμενη μέρα, όλες οι μονάδες έλαβαν τις προκαθορισμένες θέσεις εξόρμησης στη γραμμή Ακ Μπουνάρ - Καρά Τοκάτ - Σεϊντί Γαζί. Ήδη ο Πρίγκιπας Ανδρέας είχε αναλάβει την διοίκηση του Β΄ΣΣ, αντικαθιστώντας τον Υποστράτηγο Αριστοτέλη Βλαχόπουλο, ο συντ/ρχης Περικλής Καλλιδόπουλος τη διοίκηση της «ανεξάρτητης» 12ης Μεραρχίας και ο συντ/ρχης Ανδρέας Καλλίνσκης της 9ης Μεραρχίας, στη θέση του συντ/ρχη Βλάση Τσιρογιάννη. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος μετέφερε πάλι το στρατηγείο του, από τη Σμύρνη αυτή τη φορά στο Εσκί Σεχίρ.


Ελληνικό πυροβόλο βάλει κατά την διάρκεια της μάχης του Εσκί Σεχίρ (8 Ιουλίου 1921)


Τρία Σώματα Στρατού και η Ταξιαρχία Ιππικού (μια συνολική δύναμη 80.000 περίπου ανδρών) επρόκειτο ν’ αναλάβουν την διενέργεια των επιχειρήσεων. Κάθε Σώμα αποτελείτο από 3 Μεραρχίες. Το Α΄ΣΣ και το Γ΄ΣΣ θα κινούνταν ανάμεσα στον ποταμό Πουρσάκ και το νότιο Σαγγάριο. Το Β΄ΣΣ και το ιππικό θα προωθούντο νοτιότερα, ώστε να επιτευχθεί κυκλωτική κίνηση. Η 4η Μεραρχία θα παρέμενε στο Αφιόν Καραχισάρ για να προστατεύει τις συγκοινωνίες με την Σμύρνη και η 11η Μεραρχία στο Κιοπρού Χισάρ για να καλύπτει τις συγκοινωνίες με την Προύσα.

Ο Κεμάλ δεν άργησε να ενεργήσει. Με συγκεντρωμένες τις δυνάμεις του τοποθετήθηκε στις ανατολικές όχθες του ποταμού, όπου τα οχυρωματικά έργα είχαν φτάσει σε ικανοποιητικότατο στάδιο. Σε αυτές τις οχυρώσεις ανάσχεσης, που είχαν ξεκινήσει εσπευσμένα από τις πρώτες μέρες εκδήλωσης των επιθέσεων του Μαρτίου και στις οποίες είχε δοθεί αυστηρή προτεραιότητα μετά την μάχη του Εσκί Σεχίρ, βασίζονταν τώρα οι Τούρκοι απολαμβάνοντας τους καρπούς της προνοητικότητάς τους. Σε μια αμυντική γραμμή μήκους 65 και βάθους 25 - 35 χιλιομέτρων -που ξεκινούσε βόρεια από το Γόρδιο και κατέληγε στο Μανγκάλ Νταγ περνώντας μέσα από αμέτρητους ποτάμιους δακτυλισμούς και φιδώματα-, ανάμεσα σε ορεινούς όγκους που εξασφάλιζαν κλιμακωτή άμυνα και τουρκικές εστίες πυροβολικού, ο Κεμάλ ακροβόλησε 17 Μεραρχίες Πεζικού και 5 Ιππικού, δηλαδή μια συνολική δύναμη 72.000 ανδρών.

Το σχέδιό του ήταν απλό: άμυνα μέχρις εσχάτων και, σε περίπτωση πρόωρης εξάντλησης των επιτιθέμενων, αντεπίθεση με συμπαγείς δυνάμεις με σκοπό την απώθηση των ελληνικών στρατευμάτων στην Αλμυρή Έρημο -ένα αδιάβατο άνυδρο νεκροταφείο.


Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Η προέλαση άρχισε σύμφωνα με το πλάνο την 1η Αυγούστου. Τα 3 Σώματα Στρατού κινήθηκαν σχεδόν παράλληλα, κατά μήκος των ποταμών Πουρσάκ και Σαγγάριου, χωρίς να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση από οργανωμένο τουρκικό στρατό. Μόνο ελαφριές παρακωλυτικές εμφανίσεις ιππικού παρατήρησαν, κυρίως αναγνωριστικού χαρακτήρα, και επιθέσεις ατάκτων. Όταν αντελήφθησαν ότι η σιδηροδρομική γραμμή, που ένωνε το Εσκί Σεχίρ με το Μπεϊλίκ Κιοπρού, είχε ανατιναχτεί σε πολλά σημεία και ότι οι γέφυρες των ποταμών είχαν ανατιναχτεί, θεώρησαν πως οι Τούρκοι θα ακολουθούσαν οπωσδήποτε αμυντική τακτική. Αυτό τους ενεθάρρυνε, ώστε εντατικοποίησαν τις προωθητικές τους κινήσεις. Στις 3 Αυγούστου τα ελληνικά στρατεύματα έφτασαν στις προφυλακές του εχθρού. Στην πραγματικότητα, η πρώτη αυτή γραμμή άμυνας των Τούρκων ήταν ακάλυπτη. Ωστόσο, η ελληνική διοίκηση δεν έκρινε σκόπιμο να επιτεθεί, προτιμώντας μια σύντομη στάση δύο ημερών.


Ελληνικό τηλεβόλο εν δράσει κατά την μάχη του Αφιόν Καραχισάρ (Σεπτέμβριος 1921)


Στις 5 του μηνός μια διαταγή του Γενικού Επιτελείου την υποχρέωσε να κινηθεί νοτιότερα, με απώτερο σκοπό να στραφεί βορειοανατολικά, προσβάλλοντας τον εχθρό στον ποταμό Γκεούκ, στη ευρύτερη περιοχή της πόλης Ινλάρ Κατραντζί. Ερχόμενη σε αυτή την θέση, βέβαια, η ελληνική στρατιά θα είχε στα μετόπισθέν της τα βόρεια κράσπεδα της Αλμυρής Ερήμου, διακινδυνεύοντας να μην έχει μια ασφαλή οδό διαφυγής σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Στην παράλληλη αυτή πορεία των τριών Σωμάτων, μάλιστα, η νοτιότερη μεραρχία της Β΄ΣΣ (η 9η) αναγκάστηκε να βαδίσει μέσα στην έρημο με τα πόδια, βασανιζόμενη από τον καυτερό αυγουστιάτικο ήλιο. Η σκόνη που σήκωνε στο πέρασμά της γινόταν εύκολα αντιληπτή από τα τουρκικά παρατηρητήρια, ώστε ο εχθρός ήταν σε θέση να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή την τοξοειδή πορεία τους. Αυτό αποδείχθηκε καθοριστικό, όταν η ελληνική προφυλακή ήρθε σε πρώτη επαφή με την εμπροσθοφυλακή των Τούρκων. Γιατί, ενόψει ενισχύσεων που έφταναν στο σημείο (εφόσον ο Κεμάλ γνώριζε την διάταξη και την πορεία των Ελλήνων), το Β΄ΣΣ παρέμεινε σε δευτερεύουσα γραμμή εφεδρείας και δεν μπόρεσε αμέσως να ρίξει το βάρος της στην επιθετική πρώτη κρούση.

Μετά από πορείες τόσων χιλιομέτρων, χωρίς επάρκεια σε νερό, τρόφιμα και φάρμακα, οι Έλληνες στρατιώτες άρχισαν να υποφέρουν πολύ πριν δοθεί η πρώτη μεγάλη μάχη. Η ακαταλληλότητα του συγκοινωνιακού δικτύου δεν καθυστερούσε απλά τις μετακινήσεις, αλλά εμπόδιζε την έγκαιρη τροφοδοσία της πανστρατιάς, την στιγμή που τα τρόφιμα σάπιζαν στις αποθήκες των μετόπισθεν ή στην διαδρομή προς το μέτωπο. Ζώα και άνθρωποι αρρώσταιναν ή πέθαιναν από εξάντληση σε τέτοιο ρυθμό, που οι επιθετικές ενέργειες του εχθρού φάνταζαν πια σαν αστείο. Τότε φάνηκε η επιπολαιότητα της ηγεσίας κατά τον σχεδιασμό και την προετοιμασία της προέλασης. Απέναντί τους, οι Τούρκοι απλά περίμεναν την κατάλληλη στιγμή, έχοντας εξασφαλίσει τις γραμμές ανεφοδιασμού τους προς την κατεύθυνση της Άγκυρας, που απείχε μόλις 100 χλμ. από το μέτωπο. Αυτό που ακόμη κρατούσε σε υψηλά επίπεδα το ηθικό των Ελλήνων ήταν η μέχρι στιγμής ανυπαρξία εχθρικής αντίστασης και η ελπίδα ότι η μάχη, που επρόκειτο να διεξαχθεί μπροστά στην τουρκική πρωτεύουσα, θα ήταν η τελευταία -και μάλιστα νικηφόρα για τους ίδιους.


Η διάβαση της Αλμυρής Ερήμου από άνδρες της 9ης Μεραρχίας (Αύγουστος 1921)


Στις 10 Αυγούστου ο ελληνικός στρατός καταφέρνει να αγκιστρωθεί στην περιοχή νότια του Γκεούκ Κατραντζί, εκεί που αρχίζει ο ορεινός όγκος του Μανγκάλ Νταγ. Οι Τούρκοι, μπροστά στην ορμή των επιτιθέμενων, πανικοβλήθηκαν κι επέτρεψαν την διάσπαση του μετώπου στο αριστερό άκρο της αμυντικής τους παράταξης. Η ελληνική διοίκηση, εκτιμώντας λανθασμένα ότι το σημείο εκείνο δεν αποτελούσε τον πυρήνα της εχθρικής άμυνας, μετέφερε την ημερομηνία της συνέχισης της επίθεσης στον βορειοδυτικό τομέα κατά μία ημέρα. Έτσι, αντί να προωθηθούν στις 11 Αυγούστου, άφησαν πολύτιμο χρόνο είκοσι τεσσάρων ωρών στον εχθρό για να αναδιπλωθεί. Ας σημειωθεί ότι την αναβλητική αυτή διαταγή δεν την έλαβε η VII Μεραρχία, που επιχειρούσε στην περιοχή, ώστε μόνη της συνέχισε την διεμβολή δημιουργώντας προγεφύρωμα βάθους τεσσάρων χιλιομέτρων.

Την επόμενη μέρα το ελληνικό στρατηγείο αφέθηκε να παραπλανηθεί από κάποιες πληροφορίες εναέριας παρατήρησης, που πιστοποιούσαν ότι το κέντρο βάρους της άμυνας των Τούρκων μετατοπιζόταν προς τα ανατολικά, αφήνοντας το κέντρο ευάλωτο. Οι εμπλεκόμενες μονάδες επέμεναν για το αντίθετο, αλλά η ηγεσία δεν πειθόταν. Έτσι, αντί να διατάξει την άμεση επίθεση του Β΄ΣΣ, προωθεί τα Α΄ και Γ΄, τα οποία προσκρούουν σε οργανωμένη αντίσταση. Θα χρειαστεί σκληρός αγώνας δύο ημερών για να καταφέρουν τελικά οι Έλληνες να επικρατήσουν στην γραμμή Κιουτσούκ Γιαϊτσί - Μανγκάλ Νταγ - Ινλάρ Κατραντζί - Ιλιτζά. Η VII Μεραρχία διεύρυνε το προγεφύρωμά της ακόμη ενάμισι χιλιόμετρο, αλλά το πλεονέκτημα της πρώτης νίκης που πέτυχε το Β΄ Σώμα έχει ήδη χαθεί. Όταν στις 13 του μηνός εφορμά από τα υψώματα του Μανγκάλ Νταγ προς το Καλέ Γκρότο, καταφέρνει να απωθήσει τον εχθρό, που μια μέρα αργότερα πασχίζει να οχυρωθεί βόρεια του Μπουγιούκ Τσαλίς, αλλά ήδη η απόσταση των V και XIII Μεραρχιών της από τις μονάδες εφοδιασμού κρίνεται επισφαλής. Ωστόσο, τούτη είναι και η πρώτη κατάληψη εχθρικής τοποθεσίας από την ελληνική σημαία.


Η επίθεση εναντίον της πρώτης τουρκικής αμυντικής θέσης


Το Α΄ΣΣ δεν υστερεί σε επιτυχία. Παραμονές της γιορτής της Παναγίας, ήδη γίνεται κύριος των Δίδυμων Λόφων, αναγκάζοντας τους Τούρκους σε σύμπτυξη βορειότερα, στο Γιαμάκ. Ο εχθρός έχει φέρει την “πλάτη του” μπροστά από τα βουνά του Ντικιλί Τας, οπότε δύσκολα θα μπορούσε να διαφύγει, αν οι άνδρες του Α΄ΣΣ τους καταδίωκαν. Αλλά αυτό δεν συνέβη.

Το Γ΄ΣΣ, στο μεταξύ, έχει προωθήσει την Χ Μεραρχία του δυτικά του ποταμού Σαπάντζα Ντερέ και την στρέφει δυτικά, διαγράφοντας μια αμβλεία τοξοειδή κίνηση πάνω στον χάρτη. Στις 16 Αυγούστου η κορυφογραμμή της Σαπάντζας βρίσκεται υπό ελληνική κατοχή, ενώ τη νύχτα ολοκληρώνεται η κατάληψη του οροπεδίου Τοϊντεμίρ από την ΙΙΙ Μεραρχία. Ο εχθρός συμπτύσσεται στην γραμμή Σαριχαλίλ - Καραχαμτζαλί και στις 17 του μηνός ολοκληρώνεται η κατάληψη της πρώτης οχυρωμένης τουρκικής τοποθεσίας. Ανατολικότερα, η VII Μεραρχία διανοίγει στις 17 Αυγούστου το στενό του Πολατλί, που βρίσκεται πάνω στον οδικό άξονα για την Άγκυρα, και στις 18 επανέρχεται στην διοίκηση του Γ΄ΣΣ.


Η ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΜΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Το Α΄ΣΣ, από την γραμμή ανάληψης που κατείχε (Εσκί Κισλά - Δίδυμοι Λόφοι στο αριστερό και κεντρώο πεδίο και τον χείμαρρο Κατραντζί στο δεξιό), επιτέθηκε προς το Γιαπάν Χαμάμ. Αλλά πριν το Γιαπάν Χαμάμ, πρέπει να επικρατήσει στα υψώματα του Αρντίζ Νταγ, που απλώνονται μπροστά του. Αυτό επιτυγχάνεται το απόγευμα της 19ης Αυγούστου. Στη συνέχεια, σταθεροποιείται στο ανατολικό τμήμα του όρους Τσαλ Νταγ (ΙΙ Μεραρχία, στις 20 Αυγούστου) και στο απόστασης 2 χιλιομέτρων από το Γιαπάν Χαμάμ νότιο ύψωμα. Δυο μέρες πριν, στις 18 Αυγούστου, το Γ΄ΣΣ έχει καταλάβει την δυτική πλευρά του Τσαλ Νταγ, υποχρεώνοντας τους Τούρκους σε απελπισμένη σύμπτυξη μεταξύ των χωριών Καραγιαφσάν και Σεϊχαλί. Η ΙΙΙ Μεραρχία σταθεροποιήθηκε ανατολικότερα, στο Μπαϊμπούρτ.

Σε αυτό το σημείο, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία διαπιστώνει πως οι αρχικοί της φόβοι δικαιώνονταν. Η υπερκέραση της αριστερής πλευράς του εχθρού, που είχε τεθεί από την αρχή της επίθεσης σαν βασικός αντικειμενικός στόχος, δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας της ταχύτατης αναδίπλωσης προς τα πίσω των εχθρικών μονάδων. Επομένως, η καταστροφή του εχθρού παρέμενε για τους Έλληνες σχέδιο ανεκτέλεστο. Επίσης, η διάνοιξη της διαύλου προς Άγκυρα μέσω του Γιαπάν Χαμάμ είχε αποτύχει. Αυτή η καθυστέρηση για την ελληνική στρατιά αποδεικνυόταν μέρα την μέρα ολοένα και πιο ασφυκτική, λόγω της σημαντικής απώλειας σε υλικό πολέμου και ανθρώπινο δυναμικό. Ο ανεφοδιασμός, άλλωστε, ήταν ένα πρόβλημα που συνεχώς γιγαντωνόταν.


Η επίθεση κατά της δεύτερης τουρκικής αμυντικής γραμμής


Το Γ΄ΣΣ έπρεπε πλέον να προσπαθήσει να διευρύνει το προγεφύρωμα στην ανατολική όχθη του Σαγγάριου, ώστε να εξασφαλιστεί μια ενδεχόμενη γενική σύμπτυξη των ελληνικών δυνάμεων στη δυτική, αν η πορεία προς την Άγκυρα έπαυε ν’ αποτελεί βασική επιδίωξη. Η Διοίκηση της Στρατιάς ήδη προσανατολιζόταν στην ιδέα να επανέλθει στην τοποθεσία που βρισκόταν μετά την 9η Ιουλίου, όταν η μάχη του Εσκί Σεχίρ είχε φέρει την ελληνική δύναμη σε πλεονεκτικότατη θέση. Στις 22 Αυγούστου συνέταξε μια αναλυτική αναφορά, όπου τόνιζε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του σεναρίου συνέχισης της επίθεσης. Ο Ξενοφών Στρατηγός ανέλαβε να την υποβάλλει στον Υπουργό των Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη, με την ευκαιρία της επίσκεψης του τελευταίου στην Προύσα. Το ερώτημα που αναδυόταν, σε τελική ανάλυση, ήταν κατά πόσο τα διπλωματικά οφέλη από μια κατάληψη της πρωτεύουσας του Κεμάλ θα ήταν αντάξια μιας επιπλέον θυσίας του ελληνικού στρατού -και, μάλιστα, με τον κίνδυνο να ηττηθεί. Προσκλήθηκε τότε ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης να μεταβεί στην Προύσα, αλλά αυτός αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι μια ξαφνική επίσκεψή του στην Μ. Ασία ασφαλώς θα είχε κακό αντίκτυπο στην ψυχολογία των μαχόμενων στρατιωτών, αφού έτσι θα αναγνωριζόταν επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση η κρισιμότητα της κατάστασης. Για τον λόγο αυτό διέταξε να λάβει την αναφορά στην Αθήνα.

Ο Αρχιστράτηγος Παπούλας, άλλωστε, υποστήριξε την λήξη της επίθεσης και το σενάριο χρησιμοποίησης των πλεονεκτημάτων, που προέκυπταν από τις μέχρι τότε νίκες των Ελλήνων, για την επίτευξη ευνοϊκών όρων. Ο Θεοτόκης γνωστοποίησε αυτή την θέση του Παπούλα στον Πρωθυπουργό, αλλά δεν την συμμερίστηκε, λέγοντας ότι σε περίπτωση παύσης της επίθεσης ο δυσμενής αντίκτυπος εντός και εκτός της Ελλάδας θα ήταν μεγάλος. Ο Γούναρης άφησε την πρωτοβουλία στην Στρατιά, αποκλείοντας ωστόσο την περίπτωση να ζητηθεί ανακωχή πρώτα από την ελληνική πλευρά, πιστεύοντας πως κάτι τέτοιο θα σήμαινε παραδοχή της ήττας της.

Στο διάστημα αυτής της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει δυνάμεις έναντι του Γ΄ Σώματος Στρατού, με σκοπό να εφαρμόσουν επιθετική ενέργεια ικανή να την απωθήσει προς την Αλμυρή Έρημο. Η επίθεση εκδηλώθηκε στις 28 Αυγούστου και αμέσως τα Α΄ και Β΄ ΣΣ εκτέλεσαν επιθέσεις αντιπερισπασμού. Παρά την καθυστέρηση του Β΄ΣΣ, το εγχείρημα πέτυχε και ο Κεμάλ αναγκάστηκε να διατάξει αναστολή της επίθεσής του το βράδυ της 29ης Αυγούστου. Την ίδια νύχτα, ο Παπούλας διέταξε την σύμπτυξη του στρατεύματος, ώστε το επόμενο βράδυ να αρχίσει η διάβαση του Σαγγάριου ποταμού.

Την τελευταία μέρα του Αυγούστου τα 3 Σώματα είχαν πλέον επιτυχώς και χωρίς απώλειες περάσει στη δυτική όχθη του Σαγγάριου. Το δεξιό κέρας αποτελούσε το Α΄ΣΣ, το αριστερό καταλαμβανόταν από το Γ΄ΣΣ και στο κέντρο αναλάμβανε το Β΄ΣΣ. Ο αρχηγός του Τουρκικού Επιτελείου, Φεβζί Τσακμάκ, ειδοποίησε τότε τον Κεμάλ για την κίνηση αυτή των Ελλήνων. Αμέσως διατάχθηκε η καταδίωξή τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα εξαιτίας της καταπόνησης των τουρκικών δυνάμεων από τις συνεχείς μάχες. Στις 3 Σεπτεμβρίου, μια δύναμη 3.000 Τούρκων έστησε πρόχειρη γέφυρα με σκοπό να περάσουν τον Σαγγάριο, αλλά κι αυτή η προσπάθεια καταποντίστηκε από τις επιτυχείς βολές του ελληνικού πυροβολικού. Ακόμη, μια προσπάθεια των Τούρκων να καταστρέψουν την ελληνική βάση του Εσκί Σεχίρ απέτυχε, λόγω της έγκαιρης επέμβασης του Γ΄ΣΣ, που ανάγκασε τον εχθρό να επιστρέψει με σοβαρές απώλειες στη βάση του.


Η πρώτη φάση της προέλασης προς την Άγκυρα


Στις 10 Σεπτεμβρίου 1921, η ελληνική σύμπτυξη δυτικά του ποταμού Σαγγάριου είχε πια ολοκληρωθεί. Το φιλόδοξο σχέδιο για την κατάληψη της Άγκυρας έμελλε ν’ αποτελεί πλέον ένα όνειρο -που ωστόσο στοίχισε στην ελληνική πλευρά περίπου 4.000 νεκρούς, 19.000 τραυματίες και 376 αγνοούμενους. Απαιτήθηκε η κλήση στα όπλα της κλάσης του 1922 (30.000 νεοσύλλεκτοι), ώστε να συμπληρωθούν οι απώλειες και να επανέλθει η Στρατιά στα επίπεδα του Ιουνίου. Η τελική σύμπτυξη αποτελεί αναμφισβήτητα έναν άθλο των τριών Σωμάτων στρατού, αφού επετεύχθη χωρίς απώλειες σε άνδρες και υλικό. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν το ότι δεν πτοήθηκε το ηθικό τους κατ’ ελάχιστο. Οι πόλεμοι, ασφαλώς, δεν κερδίζονται μόνο με την ψυχολογία. Η δράση του Έλληνα στρατιώτη κατά τις επιχειρήσεις του καλοκαιριού του 1921 υπήρξε υποδειγματική, το αποτέλεσμα όμως της όλης εκστρατείας απέδειξε ότι η διαυγής επιτελική κρίση είναι εξίσου σημαντική με το φρόνημα και την όποια ηρωική διάθεση.

Βέβαια, και οι δύο πλευρές είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται ικανοποιημένες: η τουρκική γιατί κατάφερε να υπερασπιστεί την πρωτεύουσά της και να κάμψει την ορμή του εχθρού, όταν μάλιστα αυτός σημείωνε τις σημαντικές νίκες στο Εσκί Σεχίρ και στην Κιουτάχεια, ενώ η ελληνική γιατί, παρά την τελική οπισθοχώρηση, δεν είχε σε καμιά μάχη ηττηθεί. Το πρόβλημα εστιαζόταν πλέον στο ότι το ελληνικό σχέδιο να καταστραφούν οι κεμαλικές δυνάμεις γρήγορα και ολοκληρωτικά είχε παταγωδώς αποτύχει. Μόνο η διπλωματία θα μπορούσε να οδηγήσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε διέξοδο, από την στιγμή που τα όπλα δεν κατάφερναν να επιβάλλουν την λύση του ισχυρού. Η Ελλάδα είχε αντέξει το οικονομικό κόστος με τεράστιες θυσίες, προσβλέποντας σε μια τελική επιτυχή έκβαση, η οποία θα την επανέφερε σε ισορροπία μέσω αντισταθμιστικών ωφελημάτων. Όταν αυτή της η προσδοκία δεν εκπληρώθηκε, η κρίση οδήγησε σε πολιτική αστάθεια και όξυνση του παλαιού μίσους μεταξύ βενιζελικών και κωνσταντινικών, με τελικό αποτέλεσμα την παραίτηση της κυβέρνησης Γούναρη και την “Δίκη των εξ”.



ΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΡΑΦΟΤΑΝ ΑΛΛΙΩΣ

Μια πάγια αρχή της στρατηγικής είναι αυτή που θέλει την κατοχύρωση των κεκτημένων πριν από κάθε νέα επιθετική ενέργεια. Το ελληνικό στράτευμα βρισκόταν στην καλύτερη δυνατή θέση τον Ιούλιο του 1921. Με ακμαίο ηθικό και σημαντικές εδαφικές κατακτήσεις, η Ελλάδα συγκέντρωνε όλα τα πλεονεκτήματα για έναν συμφέροντα για την ίδια συμβιβασμό με τις κεμαλικές δυνάμεις. Ακόμη κι αν ο Κεμάλ παρέμενε ανένδοτος, η καλή θέληση που η Ελλάδα θα επιδείκνυε στις Δυτικές Δυνάμεις θα βελτίωνε την διεθνή θέση της και τις σχέσεις της με αυτές. Ίσως και να επισπευδόταν το πρόγραμμα οικονομικής υποστήριξής της, κατά την πάγια πρακτική των Δυτικών να βοηθούν πάντα τους νικητές. Η άποψη αυτή, άλλωστε, επαληθεύτηκε πλήρως αργότερα, όταν ο Κεμάλ αναδείχθηκε νικητής: Η Γαλλία και η Γερμανία έσπευσαν να τοποθετηθούν επενδυτικά στη νέα αναδυόμενη δύναμη, που μέσα από τις στάχτες της παλιάς αυτοκρατορίας και τις πιέσεις του ελληνισμού κατάφερε να επιβιώσει και να επικρατήσει.

Ακόμη, ο χρόνος που θα κερδιζόταν από μια τέτοια εξέλιξη, σίγουρα θα λειτουργούσε προς όφελος των Ελλήνων. Γιατί, αν επρόκειτο να παγιωθεί μια κατάσταση ειρήνης, η ελληνική πλευρά δεν θα εκδήλωνε νέα επίθεση και τα πλεονεκτήματα της ενδυνάμωσης της τουρκικής άμυνας θα παρέμεναν ανενεργά.

Η πλήρης επιτυχία της επίθεσης για την κατάληψη της Άγκυρας απαιτούσε μεγαλύτερη συγκέντρωση πυρός σε μικρότερη έκταση καθολικού μετώπου. Από τις 11 μεραρχίες της Μ. Ασίας χρησιμοποιήθηκαν μόνο οι 9 σε επιθετικές ενέργειες, ενώ οι άλλες δύο κρατήθηκαν για εφεδρεία ή ενέργειες κάλυψης. Η “Ανεξάρτητη Μεραρχία” της Θράκης δεν δραστηριοποιήθηκε έγκαιρα και σε συνδυασμό με την ισχνή διάθεση εφεδρειών το πρόβλημα διογκώθηκε. Κατά κύριο, όμως, λόγο η ανεπάρκεια μέσων μεταφοράς υλικού και προσωπικού υπήρξε η εγγύηση της αποτυχίας για τα ελληνικά όπλα. Σαφώς, θα έπρεπε να εισακουστεί ο συντ/ρχης Σπυρίδωνος, που κατείχε την γνώση του συστήματος εφοδιασμού και αναλάμβανε την ευθύνη της εξασφάλισής του.

Σε πρώτο στάδιο, η Στρατιά πέτυχε να παραπλανήσει τον εχθρό ως προς την κατεύθυνση της επίθεσής της. Με αρχική κίνηση προς τα ανατολικά, στράφηκε τελικά νότια του Σαγγάριου και μετά βόρεια, διαγράφοντας ένα κυκλωτικό “πέταλο”. Η κατάληξη ήταν να διαμορφωθεί μια επιθετική δυναμική με φορά από νότο προς βορρά -κάτι που αιφνιδίασε τους Τούρκους. Αλλά η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην επόμενη φάση εξανέμισε το στοιχείο του αιφνιδιασμού και έδωσε την ευκαιρία στην τουρκική πλευρά να οργανωθεί. Η επιτυχία των Ελλήνων στηριζόταν στην ολοκλήρωση αυτής της κυκλωτικής κίνησης, ώστε να εγκλωβίσουν την αριστερή πτέρυγα των Τούρκων. Η ευκαιρία χάθηκε όταν από κακή εκτίμηση του Επιτελείου δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιθετική δράση του Α΄ΣΣ, αφήνοντας το Β΄ΣΣ σε αδράνεια. Όταν ο εχθρός ενίσχυσε την αριστερή του πτέρυγα, προβάλλοντάς την ως σθεναρό αντίβαρο στην πίεση που ασκούσε το Α΄ΣΣ, ήταν πια αργά για την ελληνική πλευρά, ώστε να διορθώσει τα κακώς κείμενα. Αν το Β΄ΣΣ εξακολουθούσε ν’ απασχολεί τους Τούρκους, αυτοί δεν θα μπορούσαν ν’ αποδεσμεύσουν εύκολα δυνάμεις προς ενίσχυση του αριστερού τους πλευρού, οπότε το έργο του Α΄ΣΣ θα ήταν πρακτικά ευκολότερο.

Ο Κεμάλ εφάρμοσε εύστοχα την πρακτική της παραχώρησης μη ζωτικού χώρου, παρασύροντας τις ελληνικές δυνάμεις σε πόλεμο φθοράς. Ήταν επόμενο οι Έλληνες να καταπονηθούν μετά από τόσες μετακινήσεις, σε αντίξοες μάλιστα καιρικές συνθήκες, που βασικά πλήττουν τους επιτιθέμενους και όχι τόσο τους αμυνόμενους. Μια συγκράτηση της επιθετικής τακτικής των Ελλήνων δεν θα οδηγούσε στην μικρασιατική τραγωδία και τον ξεριζωμό του ελληνισμού, ώστε σίγουρα ο χάρτης των εξελίξεων στο Αιγαίο και την ευρύτερη βαλκανική θα χαρασσόταν διαφορετικά. Προφανώς, τα αποτελέσματα της κακής διαχείρισης των πρώτων νικηφόρων για τους Έλληνες εκβάσεων των μαχών φτάνουν μέχρι τις μέρες μας.

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΑΝΔΡΕΑ
<!-- /* Style Definitions */ p.MsoNormal, li.MsoNormal, div.MsoNormal {mso-style-parent:""; margin:0cm; margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:12.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-fareast-font-family:"Times New Roman";} h1 {mso-style-next:Normal; margin:0cm; margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; page-break-after:avoid; mso-outline-level:1; font-size:14.0pt; mso-bidi-font-size:12.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-font-kerning:0pt; font-weight:normal;} @page Section1 {size:595.3pt 841.9pt; margin:72.0pt 90.0pt 72.0pt 90.0pt; mso-header-margin:35.4pt; mso-footer-margin:35.4pt; mso-paper-source:0;} div.Section1 {page:Section1;} --

Ο γιος του Βασιλιά Γεωργίου, Πρίγκιπας Ανδρέας, έλαβε μέρος στην Μικρασιατική εκστρατεία αρχικά με τον βαθμό του υποστράτηγου, ως διοικητής της XII Μεραρχίας. Τον Ιούλιο του 1921 ανέλαβε την διοίκηση του Β΄ΣΣ, αντικαθιστώντας τον Αρ. Βλαχόπουλο. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Σαγγάριου, ο “βασιλόπαις” ήρθε σε σύγκρουση με τον αρχιστράτηγο Παπούλα, επειδή συχνά αγνοούσε τις διαταγές κι ενεργούσε αυθαίρετα.



Ο πρίγκιπας Ανδρέας


Συγκεκριμένα, όταν το ελληνικό στράτευμα επρόκειτο να ανεφοδιαστεί στο Καλέ Γκρότο (27 Αυγούστου 1921), το μεν Γ΄ ΣΣ διατάχθηκε να αμυνθεί “μέχρις εσχάτων”, το δε Β΄ ΣΣ να ενεργήσει μετακίνηση προς εκτέλεση αντεπίθεσης αμέσως μόλις εκδηλωνόταν η εχθρική επίθεση. Αλλά ο “βασιλόπαις” παράκουσε και ενήργησε αυτόβουλα -πράγμα για το οποίο αργότερα παραπέμφθηκε σε δίκη. Αντί να ενεργήσει σύμφωνα με τις διαταγές, μετακίνησε τις δυνάμεις του πίσω από το Γ' ΣΣ αφήνοντας ακάλυπτα τα πλευρά και τα νώτα του Α' ΣΣ. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που ο Ανδρέας ερχόταν σε σύγκρουση με τον αρχιστράτηγο Παπούλα, ώστε κάποια στιγμή η αντικατάστασή του στη διοίκηση του Β΄ ΣΣ κρίθηκε επιβεβλημένη. Πράγματι, αντικαταστήθηκε από τον υποστράτηγο Τρικούπη.

Όταν ο Θ. Πάγκαλος ανέλαβε την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής για την απόδοσης των ευθυνών σχετικά με την ήττα στην Μικρά Ασία, κατά την διάρκεια του κινήματος του Ν. Πλαστήρα, διέταξε τον συνταγματάρχη Χ. Λούφα να συλλάβει τον Ανδρέα, που τότε βρισκόταν στην Κέρκυρα. Στις 13 Οκτωβρίου 1922 ο Πρίγκιπας μεταφέρθηκε στο ανάκτορο του Γεωργίου, όπου άνδρες της επανάστασης τον φρουρούσαν σε συνθήκες πλήρους απομόνωσης μέχρι την διεξαγωγή της δίκης.

Στις 19 Νοεμβρίου προσήλθε συνοδευόμενος από τον δικηγόρο του Δ. Δαμασκηνό -μια εξέχουσα νομική προσωπικότητα της εποχής εκείνης- και δικάστηκε για ανυπακοή εκτέλεσης διαταγής ενώπιον εχθρικής απειλής. Η καταδικαστική απόφαση ελήφθη αυθημερόν και παμψηφεί: καθαίρεση και ισόβια εξορία. Σύμφωνα με την ρήση του προέδρου του δικαστηρίου, στρατηγό Ν. Βλαχόπουλο, γλίτωσε την εκτέλεση επειδή του αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό η διοικητική απειρία ανωτέρων μονάδων.

Ο ίδιος ο Πάγκαλος παρέλαβε τον Ανδρέα και την σύζυγό του από το σπίτι του αντιστράτηγου Πάλλη, όπου διέμενε μετά την έκβαση της δίκης, τους μετέφερε στο Φάληρο και τους παρέδωσε στον πλοίαρχο Τζέραλντ Τάλμποτ του αντιτορπιλικού “Καλυψώ”. Στη συνέχεια παρελήφθησαν τα παιδιά τους από την Κέρκυρα και ελλιμενίστηκαν στο Πρίντιζι της Ιταλίας. Από εκεί κατευθύνθηκαν προς το Παρίσι σιδηροδρομικά, για να καταλήξουν στο Λονδίνο.

Με την ιδιότητα του απλού πολίτη, στις 21 Δεκεμβρίου 1921, έστειλε επιστολή προς τον Ιωάννη Μεταξά, όπου εξέφραζε την πικρία του από τους Έλληνες και ευχόταν να νικήσουν οι δυνάμεις του Κεμάλ προκειμένου να τιμωτηθούν οι βενιζελικοί Μικρασιάτες! Την υπόλοιπη ζωή του την πέρασε στο Μόντε Κάρλο, όπου είχε καταφύγει και ο Αριστείδης Στεργιάδης, Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης για το διάστημα 1919 - 1922 -μια προσωπική ατυχής επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου. Στο διάστημα της γερμανικής κατοχής στην Γαλλία οι Γερμανοί βολιδοσκόπησαν την πιθανότητα να τον "διορίσουν" Βασιλιά της Ελλάδας, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε. Πέθανε από καρδιακή πάθηση τον Δεκέμβριο του 1944.

ΕΝΑΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΤΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Γεννημένος στην Πάτρα τον Ιανουάριο του 1867, κατά την πολιτική του σταδιοδρομία ο Δημήτριος Γούναρης εξελίχθηκε σε κορυφαία αντιβενιζελική προσωπικότητα. Πολύγλωσσος, με σημαντικές ιστορικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, από νωρίς τάχθηκε υπέρ ενός σοσιαλιστικού συστήματος διακυβέρνησης. Με την πάροδο όμως του χρόνου στράφηκε προς την συντηρητική θεώρηση και τον "κωνσταντινισμό".

Παρά την πολιτική του αστάθεια, υπήρξε μαχητικός και επίμονος, όπως άλλωστε και όλη η κοινοβουλευτική ομάδα που την εποχή εκείνη μαχόταν τον παλαιοκομματισμό -και την οποία χαρακτηριστικά ονόμαζαν “ομάδα των Ιαπώνων”, για να τονιστεί η επιμονή τους στην πολιτική και κομματική διεκδικητική δράση, κατά το παράδειγμα των Ιαπώνων στρατηγών κατά τον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο. Η υπουργοποίησή του στην κυβέρνηση του Γ. Θεοτόκη (21 Ιουνίου 1908 - 14 Φεβρουαρίου 1909) απογοήτευσε πολλούς από τους οπαδούς του, αν και σύντομα ήρθε σε ρήξη με τον πρωθυπουργό και παραιτήθηκε. Ωστόσο παρέμεινε πιστός στις κοινοβουλευτικές αξίες και σφοδρός πολέμιος της κρυφής διπλωματίας, της παρασκηνιακής πολιτικής δράσης και της ανάμιξης των στρατιωτικών στα πολιτικά δρώμενα της χώρας.

Στις 26 Μαρτίου 1921 ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας και ευθύς αμέσως ακολούθησε πολιτική διώξεων εναντίον των βενιζελικών. Όταν τον Αύγουστο του 1921 η πορεία προς τον Σαγγάριο διαφάνηκε ατελέσφορη ως προς τον τελικό αντικειμενικό της σκοπό -την κατάληψη της Άγκυρας-, η πολιτική συνεργασίας των ελληνικών κομμάτων απεβίωσε. Η αβεβαιότητα στην εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με το δυσβάσταχτο ημερήσιο κόστος των οκτώ εκατομμυρίων δραχμών, που στοίχιζε η παραμονή των ελληνικών στρατευμάτων στην Μικρά Ασία, οδήγησαν σε κλονισμό της κυβέρνησής του και τελικά σε παραίτηση τον Μάρτιο του 1922. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας (Δίκη των Έξι), στην οποία καταδικάσθηκε παμψηφεί σε θάνατο, δίχως να μπορέσει να απολογηθεί. Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 15 Νοεμβρίου, την ίδια μέρα που ο πρόεδρος του στρατοδικείου, στρατηγός Οθωναίος, ανακοίνωσε την απόφαση. Ασφαλώς είχε και αυτός πέσει θύμα της τραυματικής εμπειρίας του ελληνισμού, που πλέον πορευόταν χωρίς την ψυχολογική στήριξη του οράματος της “Μεγάλης Ιδέας”.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, σε αγόρευσή του στην Βουλή την 25η Ιουνίου 1930, παραδέχθηκε ότι ο πατριωτισμός του Δημητρίου Γούναρη υπήρξε αδιαμφισβήτητος. Πράγματι, ο θάνατός του αποτέλεσε “θυσία” προς εξυπηρέτηση του μύθου της εσχάτης προδοσίας, που τόσο είχε ανάγκη ο ελληνικός λαός για να δικαιολογηθούν τα δεινά της μικρασιατικής καταστροφής.



Βιβλιογραφία

  1. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών)
  2. Διονύσιος Α. Κόκκινος: “Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος” (Μέλισσα)
  3. Ιστορία της Εκστρατείας της Μικράς Ασίας (ΔΙΣ/ΓΕΣ 1967)
  4. Ι. Καψής: “Χαμένες Πατρίδες” (Λιβάνης 1992)
  5. Ν. Βασιλικός: “Ημερολόγιο Μικρασιατικής Εκστρατείας” (Γνώση 1992)


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 12, τον Ιανουάριο του 2007



FREIKORPS


Οι παρακρατικοί ένοπλοι, που κατάφεραν να πνίξουν την
επανάσταση των “Σπαρτακιστών” στο αίμα και να
σχηματίσουν τους πρώτους πυρήνες των Ταγμάτων Εφόδου,
συντελώντας στην θεμελίωση του ναζιστικού καθεστώτος


Ιανουάριος 1919: Μέλη των freikorps εν δράσει, στους δρόμους του Βερολίνου.
Μια καθημερινή εικόνα εκείνη την ταραγμένη εποχή.


Η συμφορά

Το 1918 η Αυτοκρατορική Γερμανία διέρχεται μιας σοβαρότατης κρίσης σε στρατιωτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Παρά τις προσδοκίες της για έναν σύντομο νικηφόρο πόλεμο, οι φονικές μάχες ακόμη σπαράζουν την καρδιά της Ευρώπης, καθηλώνοντας χιλιάδες στρατιωτών στα μισητά χαρακώματα. Μετά τις πολύνεκρες μάχες του Απριλίου και την αποτυχία της μεγάλης επίθεσης του Μάρνη στα τέλη Ιουλίου, η ηγεσία του Γερμανικού Επιτελείου αντιλαμβάνεται πλέον πως ο πόλεμος έχει χαθεί και προετοιμάζεται σιωπηρά για την διαπραγμάτευση των όρων της ειρήνης.

Μα ο στρατός δεν έχει ολοκληρωτικά ηττηθεί. Αμύνεται σθεναρά, κρατώντας τον πόλεμο μακριά από τα σύνορα της πατρίδας του. Έχοντας μάλιστα νικήσει τους Ρώσους στην ανατολή και υποχρεώνοντάς τους στην επονείδιστη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918), ο πονοκέφαλος των δυνάμεων της Αντάντ επιδεινώνεται, αφού οι αποδεσμευμένες πια ανατολικές μεραρχίες των Γερμανών τοποθετούνται στο δυτικό μέτωπο. Αλλά η αποτυχία του υποβρυχιακού πολέμου της προηγούμενης χρονιάς, με τον οποίο ελπίζουν να εξαναγκάσουν την Αγγλία σε ανακωχή και να αποθαρρύνουν την επέμβαση των Αμερικανών, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στην εύθραυστη αισιοδοξία του Γενικού Επιτελείου.


Νοέμβριος 1918: Γερμανοί στρατιώτες επιστρέφουν από το μέτωπο
στο Βερολίνο, κάτω από βλέμματα συμπαθείας του λαού.
Για πολλούς από αυτούς οι περιπέτειες δεν θα σταματήσουν εδώ.



Στην διάρκεια του πολέμου, η Δεξιά προπαγάνδα εργαζόταν με ζήλο πάνω στον απατηλό καμβά του μύθου σχετικά με την “αταξική κοινωνία” των χαρακωμάτων. Οι φιλόδοξοι οπαδοί της μεγαλόπνοης πολιτικής του Κάϊσερ, οι εύπιστοι διανοούμενοι και οι θερμοκέφαλοι Πρώσοι αριστοκράτες στρατιωτικοί αρέσκονταν να φαντασιώνονται εξιδανικευμένες σχέσεις συντροφικότητας μεταξύ των συμπολεμιστών της πρώτης γραμμής, θεωρώντας τες αποτέλεσμα των κοινών μακροχρόνιων εμπειριών και κινδύνων. Δεν είναι απίθανο να συνέβαινε κάτι τέτοιο στις αρχές του πολέμου, όταν ακόμη η εύρωστη Reichswehr θριάμβευε. Μα στα τέλη του 1918, οι μαχητές οπωσδήποτε αισθάνονται διαφορετικά. Στον αριθμό αυτών που λίγο πριν την λήξη των εχθροπραξιών έσπευσαν να καταταγούν στα Freikorsps, θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε τον εξίσου σημαντικό αριθμό των μελών των αντιπολεμικών οργανώσεων, όπως η “Ένωση Αναπήρων Πολέμου”, η“Βετεράνοι του Πολέμου” κ.ά. Η επακόλουθη διαίρεση του λαού αντικατοπτρίζει τις διαφορετικότητες των εμπειριών και των αντιλήψεων των πολεμιστών, που σαφώς ενίσχυσαν το χάσμα μεταξύ των αντικρουόμενων πολιτικών ομάδων.


Ένοπλοι Σπαρτακιστές σε πορεία, στο κέντρο του Βερολίνου.
Σύντομα θα αποδειχθεί ότι ο ενθουσιασμός δεν αρκεί,
ώστε να θεωρηθεί επιτυχής μια επανάσταση.



Επιπλέον, η επιμονή του Επιτελείου σ’ έναν αμυντικό πόλεμο φθοράς του αντιπάλου αντιτίθεται στην γενική επιθυμία για ειρήνη. Το εξαντλημένο από τις μακροχρόνιες μάχες, στράτευμα έχει απολέσει την πίστη του στους Στρατάρχες, που πλέον αποδεικνύονται ανίκανοι να εξαργυρώσουν τον ποταμό αίματος με μια λαμπρή νίκη. Οι ελπίδες που στηρίχτηκαν στον οίκο των Χοχεντσόλερν (Hohenzollern) εξανεμίζονται κάτω από τον όλεθρο των βλημάτων και τον ενθουσιασμό των πρώτων νικών διαδέχεται ο τρόμος και η αβεβαιότητα για την ίδια την ύπαρξη. Οι αυταπάτες, που δημιούργησαν τα οράματα του Βίσμαρκ για μια δεσπόζουσα Γερμανία επί των “υπανθρώπων” (Untermenschen) της Ανατολής αποτελούν παρελθόν, αφού ο Γερμανός στρατιώτης δεν είναι πια πρόθυμος να πολεμάει για την δόξα των Πρώσων αριστοκρατών αξιωματικών και το μεγαλείο του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Συναισθάνεται το καταστροφικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η πατρίδα και προφασίζεται δικαιολογίες για να επιστρέψει σπίτι του. Πολλοί αυτοτραυματίζονται, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν λίγες μέρες “ανάρρωσης” σε κάποιο νοσοκομείο των μετόπισθεν. Άλλοι λιποτακτούν και παραδίνονται στα συμμαχικά στρατεύματα, που τώρα επελαύνουν ταχύτατα προς τον Ρήνο. Οι πεδιάδες της Καμπανίας και της Φλάνδρας, όπου οι νεοκαταταχθέντες νεαροί του 1914 οραματίζονταν μια ένδοξη νίκη, γίνεται ο τάφος χιλιάδων Γερμανών, την στιγμή που το Γενικό Επιτελείο και η ελίτ των αριστοκρατών του στρατού, εκτιμώντας με υπερβάλλουσα αισιοδοξία την απέλπιδα κατάσταση, πασχίζουν να περισώσουν το γόητρο και την ακεραιότητα του εξασθενημένου Ράιχ. Στα δυτικά, ορθώ-νεται η απειλή των Συμμάχων, που μόλις και μετά βίας συγκρατούνται από το να ξεχυθούν στις κοιλάδες του Ρουρ και να κατασφάξουν τις ατέλειωτες στρατιές “φαντασμάτων” που επέστρεφαν από τα χαρακώματα του Αρτουά, του Υπρ, του Αρράς και του Βερντέν. Στα ανατολικά, γιγαντώνονται τα πολωνικά κινήματα για την ανεξαρτησία, καθοδηγούμενα από την ατσάλινη πυγμή του Στρατάρχη Πιουσούντσκι (Piłsudski). Στα νότια, η αυτονομιστική τάση των επαρχιών της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης δυναμιτίζει την ενότητα του Ράιχ. Ολόκληρη η Γερμανία, μπροστά σε τούτη τη συμφορά, αγγίζει τα όρια της απόλυτης καταστροφής.


Μέλη του "Σώματος Έρχαρτ" σε περιπολία στην Βίλχελμστράσσε
του Βερολίνου. Όποιον συνελάμβαναν τον εκτελούσαν επί τόπου.



Λαϊκή αντίδραση

Πίσω στην πατρίδα, ο λαός που μέχρι τώρα υπέμενε τα πάνδεινα εξαιτίας των πολεμικών αναγκών, μπροστά στην ολέθρια αυτή κατάσταση επαναστατεί. Η διετία 1915-1916 χαρακτηρίζεται ήδη από αντιδραστικές κινητοποιήσεις, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, που πλήττονταν περισσότερο από έλλειψη τροφίμων και ειδών άμεσης ανάγκης. Το “μαύρο εμπόριο” παίρνει τραγικές διαστάσεις καταστρέφοντας τις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις, την στιγμή που μεγαλοσχήμονες επιχειρηματίες κυκλοφορούν επιδεικτικά με πολυτελείς λιμουζίνες και γούνινα παλτά, εκμεταλλευόμενοι κατά τον πιο ανήθικο τρόπο την ανάγκη των φτωχών συμπολιτών τους. Επιπλέον, έχουν στην οικογένειά τους στρατεύσιμα μέλη που ουδέποτε άγγιξαν όπλο. Η κοινωνική αυτή αδικία, σε συνδυασμό με το σοκ που προκαλεί η καθημερινή θέα των σακατεμένων στο μέτωπο παιδιών του λαού, διογκώνει ακόμη πιο πολύ το μίσος του λαού προς τη νομενκλατούρα και την αριστοκρατία του χρήματος. Το κοινωνικό χάσμα είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα δημιουργήσει τριγμό στα θεμέλια της πολιτείας. Η διαφθορά σε όλους σχεδόν τους τομείς των συνδιαλλαγών με τους δημόσιους λειτουργούς, η γραφειοκρατία, η άρνηση εξυπηρέτησης όσων δεν είχαν τα “μέσα” και τις “γνωριμίες” και η εξόφθαλμα μονόπλευρη προώθηση συμφερόντων των οικονομικά ισχυρών διχάζουν τον λαό σε βαθμό που να απειλείται η εθνική ενότητα. Το κράτος διαρκώς συρ-ρικνώνεται σ’ έναν ιδιοτελή μηχανισμό, που χωρίς κοινά αποδεκτές και αναγνωρισμένες εξουσίες αδυνατεί να επιβάλει το νόμο.

Το 1917 στο δελτίο σίτισης η ημερήσια μερίδα τροφής κατ’ άτομο ορίζεται κάτω από τις 1.000 θερμίδες, την στιγμή που απαιτείται παραπάνω από το διπλάσιο για να επιβιώσει ένας εργαζόμενος στις σκληρές καιρικές συνθήκες του χειμώνα. Ακόμη και το κάρβουνο, τα καύσιμα, τα φάρμακα, το αλεύρι σπανίζουν. Η διανομή κάποιων από αυτά γίνεται επιλεκτικά και σε ελάχιστες ποσότητες, αποκλείοντας ένα μεγάλος μέρος των αστικών πληθυσμών σε όφελος όσων μπορούν να χρηματίσουν τους αρμόδιους. Η συνείδηση, το δημόσιο συμφέρον και η ευημερία του λαού καταντούν έννοιες μη αναγνωρίσιμες. Παντού κυριαρχεί η κενότητα, το ατομικό συμφέρον και η διάθεση για παράνομο πλουτισμό. Οι κοινωνικές εντάσεις οξύνονται, οι πεινασμένες μάζες εφορμούν και λεηλατούν καταστήματα και αποθήκες μαυραγοριτών, οι απεργιακές κινητοποιήσεις διατρέχουν την χώρα από άκρη σε άκρη παραλύοντας κάθε παραγωγική διαδικασία. Η ανεργία, ο πληθωρισμός και η ευτέλιση της ανθρώπινης ζωής γίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της γερμανικής κοινωνίας, που σαστισμένη από την επικείμενη τελική ήττα και τον κίνδυνο μιας στρατιωτικής κατοχής από του Συμμάχους ανασκουμπώνεται και προσπαθεί να επιβιώσει. Οι γυναίκες, ελλείψει αντρικών χεριών, απασχολούνται στην βιομηχανία, στις μεταφορές, στις αγροτικές ασχολίες και γενικά οπουδήποτε μπορούν να χρησιμεύσουν. Οι ουρές στα σημεία διάθεσης τροφίμων ή κάρβουνου επιμηκύνονται ανησυχητικά, η πείνα θερίζει τα αστικά κέντρα και η ύπαιθρος βασανίζεται από “εισβολές” των εξαθλιωμένων αστών. Είναι πράγματι οι καταλληλότερες συνθήκες για να αναπτυχθεί η θεωρία της “πισώπλατης μαχαιριάς” (dolchstoss): οι προδότες Σοσιαλιστές πολιτικοί και οι Εβραίοι κεφαλαιοκράτες φέρουν την ευθύνη για την κατάντια της πατρίδας. Αυτοί οι ίδιοι θα προτάξουν την ιδέα της ανακωχής, την στιγμή που οι στοιχειωμένες ψυχές όσων μάταια χάθηκαν στα χαρακώματα δεν έχουν ακόμη αναπαυθεί.

Τον Νοέμβριο του 1918, η λαϊκή κατακραυγή για τους απαράδεκτα σκληρούς και άδικους όρους της ανακωχής επιβάλλει την παραίτηση του Γουλιέλμου Β΄ από το θρόνο και ο στρατός, συμπορευόμενος με τους εργάτες, τους μικρομεσαίους αστούς και τους μικροκαλλιεργητές της γης, επαναστατεί.


Επιθεώρηση των εθελοντών του Μέρκερ από τον Υπουργό Νόσκε.
Οι άντρες αυτοί αποδείχτηκαν ιδιαίτερα άκαμπτοι και σκληροί
κατά την διάρκεια της "κόκκινης επανάστασης".


Η “Δημοκρατία των Συμβουλίων”

Η επαναστατική κινητοποίηση ξεκίνησε από το Βίλχελμσχάβεν και το Κίελο κατά τα τέλη Οκτωβρίου. Στις 9 Νοεμβρίου φτάνει στο Βερολίνο, με κεντρικό σύνθημα τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Αρκετοί αντιδρούν σε αυτό το ρεύμα ηττοπάθειας. Όταν ανακοινώνεται το αίτημα της Γερμανίας για ανακωχή όλοι συγκλονίζονται, αφού κανείς δεν είναι ψυχολογικά έτοιμος να ενστερνιστεί την υπόθεση της ήττας. Οι κινητοποιημένες μάζες οργανώνονται σε Στρατιωτικά και Εργατικά Συμβούλια, αλλά οι ενέργειες αυτές αποτελούν μόνο την έκφραση ενός ασυντόνιστου και απείθαρχου αυθορμητισμού.

Οι ριζοσπαστικές αλλαγές που επιθυμούν προσανατολίζονται σε μια συνταγματική μοναρχία κι έναν εκδημοκρατισμό των υφιστάμενων θεσμών, όχι σε μια εκ θεμελίων ανατροπή του υπάρχοντος πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό της Δεξιάς, ότι η εξέγερση υποδαυλίστηκε από κομμουνιστές και αντιδραστικούς σοσιαλίζοντες, που τάχα εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα σκοτεινών σιωνιστικών κύκλων και μεγιστάνων της παραοικονομίας. Στην πραγματικότητα ήταν ο απλός λαός που σήκωσε, εξαιτίας της μαζικής δυσαρέσκειας προς τις δυσμενείς για την χώρα εξελίξεις του πολέμου, τις σημαίες της επανάστασης, καθιερώνοντας ένα καθεστώς “Δημοκρατίας των Συμβουλίων” (Räterepublik).

Ασφαλώς, στους κόλπους των εξεγερθέντων υπάρχει και μια μειονότητα ακραίων στοιχείων, που διεκδικούν πλήρη ανατροπή του καθεστώτος και περισσότερο ριζοσπαστικές αναμορφώσεις σε όλο το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό φάσμα (π.χ. κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών, των εργοστασίων και των ορυχείων, εκδημοκρατισμό του στρατού και των κρατικών υπηρεσιών -ακόμη και αλλαγή στο εκλογικό σύστημα). Είναι η περίοδος κλυδωνισμού της μοναρχίας και των παραδοσιακών αριστοκρατικών οικογενειών, που αιώνες τώρα μονοπωλούν το δικαίωμα στην εξουσία. Στις 7 Νοεμβρίου ο οίκος των Βίττελσμπαχ (Wittelsbach), από τον οποίο προέρχονται οι άρχοντες της Βαυαρίας για διάστημα μεγαλύ-τερο των 700 ετών, καταρρέει. Δυο μέρες αργότερα καταρρέει και η δυναστεία του Κάϊζερ. Η κόκκινη σημαία υψώνεται στο παλάτι του στο Βερολίνο, στην θέση της παλαιάς με τα αυτοκρατορικά διακριτικά.


Άνδρες των freikorps οπλισμένοι με φλογοβόλα ετοιμάζονται να επιτεθούν
κατά μιας μονάδας του ναυτικού και μέρους του πληθυσμού του Βερολίνου.


Οι Σοσιαλδημοκράτες, με ηγέτη τον Έμπερτ (Friedrich Ebert), σύντομα ασπάζονται πιο μετριοπαθή τακτική. Εγκαταλείποντας τους υψηλούς τόνους περί κοινωνικών αλλαγών, προσπαθούν να ενσωματώσουν την πράγματι κυρίαρχη δύναμή τους με αυτή των παλαιοκαθεστωτικών και των συντηρητικών, απογοητεύοντας όμως την σκληροπυρηνική πτέρυγα των οπαδών τους. Ο πρωθυπουργός Άισνερ (Kurt Eisner), υποστηρίζοντας σταθερά το σενάριο της άμεσης λήξης του πολέμου, είχε ήδη οδηγήσει το Σοσιαλιστικό Κίνημα σε διάσπαση την προηγούμενη χρονιά (1917), στην προσπάθειά του να εκβιάσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τότε είχε παρακινήσει απεργίες, με σκοπό την βιομηχανική και εξοπλιστική αποδυνάμωση της Γερμανίας. Τώρα, στα τέλη του 1918, η πτέρυγα της οποίας ηγείται εγκαταλείπει την Κυβέρνηση του Βερολίνου και αποχωρεί από το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων του Λαού. Κι όταν, τον Ιανουάριο του 1919, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SPD) προσεγγίζει ανοιχτά την Δεξιά για να κατασταλεί η εξέγερση των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόματος (KPD), ενεργοποιώντας τις δυνάμεις του στρατού (Reichswehr) και των Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps), η ήδη έκρυθμη κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και η επανάσταση καταλήγει σε χάος και αναρχία.

Το Μόναχο βράζει σαν καζάνι μαγισσών. Ο στρατός έχει πάψει να υποστηρίζει τη Μοναρχία, αφήνει τον έλεγχο των στρατώνων στους εξεγερθέντες χωρικούς και τους εργάτες δίχως να προβάλει καμιά απολύτως αντίσταση. Δέχεται τα γεγονότα με την παθητικότητα του κουρασμένου πολεμιστή. Οι περισσότεροι στρατιώτες, πεπεισμένοι για τα ευγενή ιδεώδη της επανάστασης, περνούν στο μπράτσο τους την κόκκινη κορδέλα των Σπαρτακιστών.

Τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου 1918 ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Γ΄εγκαταλείπει οικογενειακά την χώρα, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης κάτω από την ηγεσία του Άισνερ, που τώρα επιδιώκει να συνασπίσει τα δυο αντιτιθέμενα ρεύματα μέσα στην ίδια την Σοσιαλδημοκρατία: του ιδεαλιστές ριζοσπαστικούς (USPD) και τους μετριοπαθείς αντεπαναστάτες (SPD). Γρήγορα αποδεικνύεται ατελέσφορος. Τα οικονομικά του κράτους βρίσκονται σε άθλα κατάσταση, τα κοινωνικά προβλήματα συσσωρεύονται στις εύθραυστες πλάτες του κινήματός του, που μάταια πασχίζει να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στις ρηξικέλευθες ιδεολογικές απόψεις και την αποκαρδιωτική πραγματικότητα: αν δεν κατευνάσει τους αγρότες, υπαναχωρώντας ως προς το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, ο ανεφοδιασμός των αστικών κέντρων από την επαρχία κινδυνεύει να μπλοκαριστεί.


Μόναχο, 28 Απριλίου 1919: τακτικός στρατός και freikorps
καταλαμβάνουν την πόλη, μετά από μάχη τεσσάρων ημερών.


Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1919 το USPD συνθλίβεται. Η αγροτική τάξη δίνει έτσι ένα μάθημα στους φιλόδοξους και αιθεροβάμονες Σοσιαλιστές της συντηρητικής πτέρυγας, που δεν κατάφερναν όλο αυτό το διάστημα να ικανοποιήσουν τις λαϊκές απαιτήσεις για ομαλότητα και κατάπαυση της αναρχίας. Οι κινητοποιήσεις εντείνονται φορτίζοντας επικίνδυνα το πολιτικό κλίμα. Η διασφάλιση των δημοσίων εκδηλώσεων των ριζοσπαστών και των αναρχικών επιτυγχάνεται με “Ερυθροφρουρούς”, που περιπολούν και προπαγανδίζουν ασταμάτητα, διενεργώντας συχνά συμπλοκές με τις δυνάμεις της συντήρησης, δηλαδή τους Σοσιαλιστές της Πλειοψηφίας. Αυτοί, μαζί με τους Κομμουνιστές, αρνούνται την συμμετοχή τους στην “Δημοκρατία των Συμβουλίων”. Οι τελευταίοι μάλιστα την ονομά-ζουν ειρωνικά “δημοκρατία των ψευτοσυμβουλίων” (Scheinräterepublik) και πασχίζουν με κάθε τρόπο να την ανατρέψουν. Η είδηση της δολοφονίας (21/2/1919) του Άισνερ από τον αριστοκράτη φοιτητή και πρώην αξιωματικό Άρκο Βάλεϋ (Graf Anton von Arco-Valley) είχε ήδη πυροδοτήσει την ένοπλη αντιπαράθεση. Τελικά, οι Κομμουνιστές καταφέρνουν να κυριαρχήσουν, έστω και για δύο περίπου εβδομάδες. Ο παλαίμαχος κομμουνιστής Λεβινέ (Eugen Leviné), ηγέτης του νέου Εκτελεστικού Συμβουλίου, διακηρύσσει την δικτατορία του προλεταριάτου για όλη την Βαυαρία. Απέναντί του θα βρει το φοβερό σήμα της λευκής νεκροκεφαλής: τους σκληροτράχηλους και φανατικούς άνδρες των Freikorps.

Η γέννηση των “Freikorps

Με άριστη δεξιοτεχνία, το Γερμανικό Επιτελείο κατάφερε να εκπονήσει ένα σχέδιο επιστροφής των στρατιωτών στην πατρίδα, σώζοντας την τιμή και την ζωή τους. Αυτοί οι αήττητοι στο μέτωπο άνδρες, που αποτελούσαν πια ένα είδος σπάνιου πολεμιστή εξοικειωμένου με την ιδέα του θανάτου και θωρακισμένου με την αδάμαστη θέληση για επιβίωση, είχαν ακλόνητα πειστεί ότι ο πόλεμος χάθηκε εξαιτίας της ανικανότητας των πολιτικών. Μετά από τόσους μήνες στα χαρακώματα, πιθανόν να λησμόνησαν τον λόγο για τον οποίο έχυναν το αίμα τους και ο πόλεμος να αποτελούσε γι’ αυτούς έναν φρικαλέο αυτοσκοπό. Η αστική ζωή, στην οποία καλούνταν τώρα να συνηθίσουν, ασφαλώς φάνταζε πληκτική και ανούσια. Φορτισμένοι από το αίσθημα της εθνικής ντροπής, εύλογα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Στρατηγού Μέρκερ, διοικητή της 214ης Μεραρχίας Πεζικού, όταν ο διορατικός αυτός αξιωματικός αποφάσισε να οργανώσει ένα σώμα επίλεκτων από αυτούς που ακόμη δεν παρουσίαζαν δείγματα πολιτικής “διαφθοράς”. Πρόθεσή του ήταν να συμβάλει αρνητικά στην πλήρη διάλυση του στρατεύματος, ώστε να μπορέσει αργότερα να τα διαθέσει στην υπηρεσία της κυβέρνησης που θα προέκυπτε.


Σκηνή από την άμυνα των "υπερασπιστών" του Βερολίνου.
Τα οδοφράγματα στην συνοικία των εφημερίδων αποτελούνταν
από χοντρούς πάκους δημοσιογραφικού χαρτιού.


Το πρώτο Freikorp σχηματίστηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1918, αφού πρώτα ο Μέρκερ έλαβε την σχετική άδεια. Ονομάστηκε “Σώμα κυνηγών”, είχε δικό του αυστηρό κανονισμό και ένα αρχικό εγχειρίδιο με οδηγίες που αφορούσαν την οργάνωση, την διοίκηση και τους σκοπούς δράσης της ομάδας. Τα κριτήρια επιλογής των μελών ήταν αυστηρότατα. Αυτά εντάχθηκαν σε αρκετές μικρότερες μικτές μονάδες, που τα στελέχη τους προέρχονταν από όλα τα όπλα: πεζικό, πυροβολικό, καταδρομείς, υγειονομικό κ.λ.π. Προβλέπονταν ακόμη και υπηρεσίες επιμελητείας και λογιστικής. Η αυτονομία αυτή εξασφάλιζε μια πληθώρα επιλογών κατά τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν τις ένοπλες κρούσεις και μια σπάνια ελευθερία κινήσεων, που αργότερα θα χαρακτήριζε ολόκληρη την δομή και οργάνωση της Βέρμαχτ, εξασφαλίζοντας γι’ αυτήν σαρωτικές νίκες. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ο Μέρκερ κατάφερε να οργανώσει 3 τέτοια μικτά τάγματα 4.000 ανδρών.

Παρέμενε, ωστόσο, άλυτο το πρόβλημα του εξοπλισμού τους. Οι περισσότερες αποθήκες είχαν κυριευθεί από τους επαναστάτες και φυλάσσονταν με δρακόντεια μέτρα. Κάποιες είχαν λεηλατηθεί από τον λαό. Γιατί και οι επαναστάτες αντιμετώπιζαν επισιτιστικά και εξοπλιστικά προβλήματα. Η αδιαλλαξία και η ανώριμη πρακτική ατέρμονων φιλοσοφικών και θεωρητικών συζητήσεων, άλλωστε, τους είχε καταστήσει μαλθακούς και άτολμους, ώστε να μην μπορέσουν έγκαιρα να οργανώσουν τα θέματα επιμελητείας του κινήματός τους. Αλλά κάποιοι θερμοκέφαλοι, που ευαγγελίζονταν την απόλυτη προσαρμογή στις ιδεολογικές απαιτήσεις της Σοβιετίας και του Μαρξ, εξωθούσαν την όλη κατάσταση στα άκρα. Όταν έφτασαν στο λιμάνι της Βρέμης τα καράβια της αποστολής Χούβερ, που ο εξαθλιωμένος λαός τα περίμενε αγωνιωδώς, οι εργάτες αρνήθηκαν να ξεφορτώσουν το περιεχόμενο. Οι απεργίες στα ανθρακωρυχεία του Ρουρ παρέλυσαν την βιομηχανική παραγωγή, θέτοντας την ζωή των ίδιων των εργατών σε άμεσο κίνδυνο. Από σπάνια καλοτυχία, οι άνδρες του Μέρκερ εντόπισαν μια κατάμεστη ρουχισμού και όπλων αποθήκη εντελώς ανέπαφη. Ακόμη και κανόνια βρέθηκαν για να εξοπλιστούν οι άνδρες του, που τώρα πάνοπλοι ξεκινούν για το στρατόπεδο Τσόσεν, κοντά στο Βερολίνο. Η πρωτεύουσα βρίσκεται ήδη στο έλεος των επαναστατών Ερυθροφρουρών, του μανιασμένου λαού και μιας Μεραρχίας ανδρών του Γερμανικού Ναυτικού, κάτω από τις διαταγές του ναύτη Ντόρεμπαχ (Dorebach).

Το παράδειγμα του Μέρκερ μιμήθηκαν πολλοί ακόμη αξιωματικοί. Ο συνταγματάρχης Ράινχαρντ (Wilhelm Reinhard), άλλοτε διοικητής του 4ου Συντάγματος της Φρουράς, τα Χριστούγεννα του 1918 δημοσίευσε μια αγγελία στις εφημερίδες με σκοπό να συγκεντρώσει τους παλιούς υπαξιωματικούς της μονάδας του. Αργότερα, αυτοί αποτέλεσαν τους πλέον επίμονους στρατολόγους του: για ολόκληρες εβδομάδες επικοινωνούσαν με τους αποστρατευμένους συναδέλφους τους, τους διασκορπισμένους σε όλες τις επαρχίες της ταραγμένης πατρίδας.


Το γενικό στρατηγείο του Νόσκε στο Βερολίνο.
Ο Νόσκε υπήρξε Υπουργός Εθνικής Άμυνας
από το 1919 ως το 1920.


Παράλληλα, μια θύελλα προκηρύξεων ανακαλούσε μνήμες του μετώπου και υπερτόνιζε τον κίνδυνο απώλειας των ανατολικών επαρχιών, υποσχόμενες στους ένθερμους πατριώτες που θα κατατάσσονταν ασφάλεια, τροφή, μισθό και μια ζωή πειθαρχημένη και σύμφωνη προς τις αρετές της “προδομένης” φυλής. Το αποτέλεσμα ήταν ενθουσιαστικό: στις 8 Ιανουαρίου 900 άνδρες είχαν στρατολογηθεί στο Freikorp του Ράινχαρντ, που στο τέλος του ίδιου μήνα έφτασαν τις 2.000! Παρόμοιες επιτυχίες σημείωσε ο Ταγματάρχης Στέφανι και oι Στρατηγοί Χόφμαν, Ρέντερ και Χέλντ. Στα περίχωρα του Βερολίνου τώρα έχουν συνολικά συγκεντρωθεί πάνω από 20.000 άνδρες, με μοναδικό σκοπό την ανακατάληψη της πόλης και την αποδέσμευσή της από τον έλεγχο των κομμουνιστών.

Η κυριαρχία του τρόμου

Ο Σοσιαλιστής Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νόσκε (Gustav Noske), βλέποντας την ολοένα αυξανόμενη ισχύ των αντεπαναστατών, τρέφει τώρα ελπίδες να καταστείλει την επανάσταση και να επαναφέρει την τάξη και την πειθαρχία που και το ίδιο το Γενικό Επιτελείο ευαγγελίζεται. Μετά από έντονη εσωτερική κρίση συνείδησης διατάζει την επίθεση των Freikorps κατά των Ερυθροφρουρών, των Σπαρτακιστών και των λαϊκών μαζών που τους υποστηρίζουν. Για αυτή του την ενέργεια θα μείνει στην ιστορία με τον ατιμωτικό χαρακτηρισμό “το αιμοβόρο μαντρόσκυλο”.

Χαράματα της 11ης Ιανουαρίου οι δυνάμεις του Ράινχαρντ κινούνται προς τα περίχωρα της πρωτεύουσας. Ακολουθούν αυτές του Στέφανι. Το Δημαρχείο του Σπαντάου καταλαμβάνεται με έφοδο. Τριάντα Σπαρτακιστές συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακές. Καθ’ οδόν εκτελούνται, με την πρόφαση ότι προσπάθησαν να δραπετεύσουν. Ο σεβασμός στον αντίπαλο και ο ανθρωπισμός είναι έννοιες ανύπαρκτες. Η ταχύτητα δράσης είναι το ζητούμενο. Οι άνδρες του Στέφανι , καλυπτόμενοι από το τελευταίο σκοτάδι της νύχτας που υποχωρεί, στρέφουν τα κανόνια τους προς την πλατεία Μπελ - Αλιάντσεπλατς, όπου βρίσκονται τα περισσότερα γραφεία των εφημερίδων. Ανοίγουν απροειδοποίητα πυρ προς τα γραφεία της “Φορβέρτς”, απ’ όπου πετάγονται πανικόβλητοι έξι άνδρες κρατώντας λευκή σημαία. Εκτελούνται επί τόπου. Αιχμαλωτίζονται ακόμη τριακόσιοι Σπαρτακιστές και ο Στέφανι διστάζει να χύσει άλλο αίμα. Τηλεφωνεί τρεις φορές στον Ράινχαρντ, για να λάβει την ίδια απάντηση: θάνατος!

Μέσα στην σύγχυση που προκαλούν κάποιοι εργάτες, οι μελλοθάνατοι σκοτώνουν μερικούς φύλακες και ορισμένοι καταφέρνουν να διαφύγουν. Ακολουθεί μακελειό. Η μέρα φτάνει στο τέλος και ολόκληρη η πλατεία είναι λουσμένη στο αίμα. Τελικά, την κατάσταση για τα Freikorps σώζει η επέμβαση των ανδρών του Ράινχαρντ, που κυριεύουν ξανά την πλατεία και τα γραφεία των εφημερίδων. Οργανώνονται έκτακτα στρατοδικεία και όλοι οι συλληφθέντες καταδικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες σε εκτέλεση. Σε ομάδες των έξι στήνονται στον τοίχο. Ο ολονύχτιος απόηχος των τουφεκισμών γίνεται ο εφιάλτης των έντρομων Βερολινέζων, που παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους.



Οι αρχηγοί των Σπαρτακιστών Καρλ Λίμπκνεχτ και
Ρόζα Λούξενμπουργκ, που βρήκαν φρικτό θάνατο
από τους αντεπαναστάτες.


Η νύχτα που ακολουθεί ξετυλίγει το μαύρο σεντόνι της πάνω στα άψυχα κορμιά όσων πίστεψαν στα ιδανικά της επανάστασης. Τα κανόνια των Freikorps έχουν βαλθεί να διαλύσουν το μέγαρο της αστυνομίας στο νότιο τομέα της πόλης. Μετά από σφοδρό βομβαρδισμό η πρόσοψη του κτιρίου καταρρέει. Όποιος συλλαμβάνεται τουφεκίζεται εν ψυχρώ. Η πρωτεύουσα βρίσκεται στο έλεος των ανδρών του Ράινχαρντ, του Στρατηγού Γκρένερ και των οργανώσεων των “Πατριωτικών Συνδέσμων”, των “Δυνάμεων Άμυνας των Πολιτών” και των “Ενώσεων Εθελοντών” -όλων δηλαδή των ιδιωτικών στρατών, που με την υποστήριξη της κυβέρνησης αυτοανακηρύχθηκαν σε “αναμορφωτές” και “ελευθερωτές” από τον κόκκινο στρατό.

Αφού καταλάβουν τις κεντρικές συνοικίες του Βερολίνου, τα Freikorps στρέφονται προς τις εργατικές, σκορπώντας ξανά τον όλεθρο. Ένα καθεστώς κυριαρχίας του τρόμου βυθίζει την αιματοβαμμένη πόλη στο τέλμα της απόγνωσης. Πανικόβλητοι οι ηγέτες της επανάστασης προσπαθούν ν’ αποφύγουν τη σύλληψη, κρύβονται και περιμένουν την ευκαιρία να διαφύγουν από αυτόν τον θανατηφόρο κλοιό, μα δυστυχώς αρκετοί δεν τα καταφέρνουν. Όσοι συλλαμβάνονται εκτελούνται αμέσως, ή οδηγούνται στα στρατόπεδα, όπου θα βασανιστούν μέχρι θανάτου.

Οι ηγέτες της αριστεράς και του κινήματος των Σπαρτακιστών, ο Λίμπκνεχτ (Karl Liebknecht) και η Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg) συλλαμβάνονται στο Βίλμερσντορφ και οδηγούνται στο ξενοδοχείο Έντεν, όπου στεγάζεται η κεντρική διοίκηση των Freikorps. Μετά από σύντομη ανάκριση μεταφέρονται στις φυλακές του Μοαμπίτ, αλλά καθώς ο Λίμπκνεχτ βγαίνει από το ξενοδοχείο, ο σκοπός Όττο Ρούντζε τον χτυπάει στο κεφάλι με τον υποκόπανο του όπλου του. Ετοιμαθάνατος μεταφέρεται με ταξί προς τις φυλακές, μα στα μισά της διαδρομής τον διατάζουν να συνεχίσει πεζός. Ο υπολοχαγός Πφλουγκ Χάρτουνγκ τον πυροβολεί. Ίδια τύχη περιμένει και τη Λούξεμπουργκ. Αιμόφυρτη επιβιβάζεται σ’ ένα ταξί. Εκεί, ο λοχαγός Φόγκελ την πυροβολεί εξ επαφής, συνθλίβοντας το κρανίο της. Στη συνέχεια ρίχνουν το πτώμα στο κανάλι Λάντβερ. Η νύχτα της 15ης Ιανουαρίου 1919 στιγματίζεται από παρόμοιες φρικαλεότητες. Η επανάσταση, που μέχρι πριν λίγες μέρες φαινόταν πως θα κυριαρχούσε, τώρα οπισθοχωρεί.

Στη Βαυαρία σχεδιάζεται η ανακατάληψη του Μονάχου. Η τελευταία από τις τέσσερις επαναστατικές κυβερνήσεις του διαστήματος 11/1918 - 3/1919 προσπαθεί ξεκάθαρα να επιβάλει τον μπολσεβικισμό, εκμεταλλευόμενη την απόσταση από τα γεγονότα του Βερολίνου και το μίσος των νότιων για τους Πρώσους. Ο 23χρονος ναύτης Εγκλχόφερ (Rudolf Eglhofer, πασίγνωστος για την επαναστατική του δράση στο Κίελο, ηγούμενος μιας στρατιάς 20.000 περίπου βετεράνων του πολέμου και εργατών εγκαθιδρύει την “Δικτατορία του Κόκκινου Στρατού”. Εναντίον του προστρέχουν στρατιωτικές μονάδες της Πρωσίας και τα βαυαρικά Freikorps. Φλογοβόλα, κανόνια, τανκς και αεροπλάνα βάζουν στο στόχαστρο τους επαναστάτες, που κάνουν το λάθος να μιμηθούν τον εχθρό: στις 29 Απριλίου εκτελούν, μετά από τρομερά βασανιστήρια, οκτώ αριστερούς και δύο κυβερνητικούς στρατιώτες που κρατούν ομήρους στο Luitpold-Gymnasium, έχοντας κατά νου την εκδίκηση για τα εγκλήματα των αντεπαναστατών. Η αποτρόπαιη αυτή πράξη πυροδότησε τον φανατισμό στις ομάδες των Freikorps, που τώρα επιτίθενται με αδάμαστο μένος εναντίον κάθε ατόμου, για το οποίο υπάρχει έστω και η υποψία ότι υποστηρίζει τους “μπολσεβίκους”.

Στις 3 Μαΐου το Μόναχο περνάει πλέον στα χέρια των εθνικιστών. Τουλάχιστον 600 είναι τα θύματα της σύγκρουσης, από τα οποία οι μισοί σχεδόν απλοί πολίτες. Ο ίδιος ο Εγκλχόφερ δολοφονείται και ο Λεβινέ, ο παλαίμαχος της ρωσικής επανάστασης του 1905, καταδικάζεται σε εκτέλεση με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Οι Εβραίοι καταδιώκονται με πρωτοφανή επιμονή και πυροβολούνται αμέσως μόλις εντοπισθούν. Ο συγγραφέας Λαντάουερ (Gustav Landauer) έχει την ίδια τύχη. Για κάποιους άλλους διανοούμενους, η τύχη στέκεται ακόμη στο πλευρό τους: καταδικάζονται μόνο σε κάμποσα χρόνια φυλάκισης. Ελάχιστοι καταφέρνουν να σωθούν, μεταξύ των οποίων και ο γεννημένος στην Ρωσία γνωστός κομμουνιστής Λεβιέν (Max Levien).


Από τις τάξεις των freikorps γεννήθηκαν τα Τάγματα Εφόδου (SA),
που εργότερα έσπειραν τον τρόμο σε ολόκληρη τη Γερμανία.
Ωστόσο, ο Χίτλερ ποτέ δεν αισθάνθηκε ασφαλής
μέσα στο απόγειο της δύναμής τους.


Η επόμενη μέρα φέρνει στο φως την τραγωδία σε όλο της το μεγαλείο. Το Μόναχο δίνει την εντύπωση βομβαρδισμένης πόλης. Οι τοίχοι του Δικαστικού Μεγάρου κοκκινίζουν από το αίμα των μαχομένων, ο Κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός καταλαμβάνεται σε αθλία κατάσταση, τα αστυνομικά κτίρια κινδυνεύουν να σωριαστούν και το μέγαρο της Ραδιοφωνίας λίγο έλειψε να καταντήσει σωρός ερειπίων. Τα σχολεία, τα σπίτια και οι πλατείες των κεντρικών συνοικιών πέφτουν κι αυτά θύματα της καταστροφικής μανίας του εμφυλίου σπαραγμού. Τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει την διενέργεια αποτρόπαιων εγκλημάτων. Όταν παύσουν οι τουφεκισμοί και οι συνεδριάσεις των εκτάκτων στρατοδικείων, αυτό που αντικρίζουν οι κάτοικοι της πόλης είναι τόσο τρομακτικό, ώστε οι ίδιοι πια απαιτούν την απομάκρυνση των Freikorps.